You are currently viewing Γιουγκοσλαβία: Η κατάρρευση του πανσλαβικού οράματος
created by AI

Γιουγκοσλαβία: Η κατάρρευση του πανσλαβικού οράματος

Γιουγκοσλαβία

Παρατηρώντας κανείς τον σύγχρονο πολιτικό χάρτη της Ευρώπης δεν είναι δύσκολο να αντιληφθεί τον ακραίο πολιτικό κατακερματισμό της βαλκανικής χερσονήσου. Πολλοί είναι αυτοί, τις περισσότερες φορές αρκετά ξένοι με την κουλτούρα και την ιστορία της περιοχής, που διατυπώνουν με αρκετή δόση αφέλειας το ερώτημα: «Γιατί όλα αυτά τα αδύναμα κράτη δεν δημιουργούν μια ενιαία πολιτική και κρατική οργάνωση αφού  οι λαοί  τους έχουν αρκετές ομοιότητες». Στην πραγματικότητα πριν από 35 χρόνια υπήρχε ένα μεγάλο κράτος η Γιουγκοσλαβία, από την διάλυση της οποίας προήλθαν η Σλοβενία, η Κροατία, η Βοσνία-Ερζεγοβίνη, η Σερβία, το Μαυροβούνιο, η Βόρεια Μακεδονία και το Κόσοβο η ανεξαρτησία του οποίου δεν αναγνωρίζεται από μεγάλο αριθμό κρατών. Η διαδικασία όμως αυτή ήταν κάθε άλλο από ειρηνική και διήρκησε για δεκαπέντε έτη στην διάρκεια των οποίων δεν έλειπαν οι αιματηρές μάχες, τα εγκλήματα πολέμου και πολλές φορές οι εξωγενείς παρεμβάσεις.  

Ιστορική πορεία της Γιουγκοσλαβίας 

              Πριν προχωρήσουμε σε μια ιστορική ανάλυση των γεγονότων που οδήγησαν στην διάλυση της Γιουγκοσλαβίας με αφετηρία το 1991 είναι απαραίτητο να αναφερθούμε συνοπτικά στην δημιουργία και την ιστορική πορεία του συγκεκριμένου κράτους. Αυτή τοποθετείται στο τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και συγκεκριμένα στη 1 Δεκεμβρίου του 1918 με την ονομασία «Βασίλειο των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων», ενώ πρώτος του βασιλιάς αναδείχθηκε ο Πέτρος Α΄. Ακόμη και η ίδια η ονομασία του κράτους καταδεικνύει στην συγκεκριμένη περίπτωση τις φυλετικές διαφοροποιήσεις που υπήρχαν στην επικράτεια του. Συνεπώς  γίνεται κατανοητό ότι παρά την επιθυμία των επονομαζόμενων νότιων σλάβων να αποκτήσουν ανεξάρτητη πολιτική υπόσταση μέσω της ένωσης τους δεν έπαψαν ποτέ να έχουν διαφορετική εθνική συνείδηση. Το 1929 πήρε το όνομα Γιουγκοσλαβία από τον Αλέξανδρο Α’ Καραγεώργεβιτς,  ο οποίος ήθελε να εξαλείψει της επιμέρους εθνικές διαφορές που υπήρχαν και να τονίσει τα ενοποιητικά χαρακτηριστικά, αφού ήδη εντοπίζονταν αρκετές διαφωνίες στο πολιτικό πεδίο που υποδαυλίζονταν από τις πολύ έντονες πολλές φορές φυλετικές διαιρετικές τομές. Παρόλα αυτά όμως η συγκεκριμένη απόφαση δεν είχε τα αναμενόμενα αποτελέσματα αφού θεωρήθηκε από πολλούς, κυρίως τους Κροάτες, ως καταπίεση και υποβάθμιση της εθνικής τους ταυτότητας. Μάλιστα η αντίδραση έφτασε μέχρι το σημείο της δολοφονίας του Αλέξανδρου από μέλος κροατικής εξτρεμιστικής οργάνωσης το 1934.

              Το σκηνικό άλλαξε το 1941 με την εισβολή του Άξονα οπότε και το βασίλειο ουσιαστικά διαλύθηκε και δημιουργήθηκαν διάφορες αντιστασιακές οργανώσεις. Αυτή με την περισσότερη δύναμη που ήταν και αυτή που απελευθέρωσε την Γιουγκοσλαβία το 1945 ήταν οι Πατριώτες/Παραστρατιωτικοί με επικεφαλής τον  Γιόσιπ Μπροζ Τίτο. Με την απελευθέρωση η οργάνωση αυτή ίδρυσε την Σοσιαλιστική Γιουγκοσλαβία, η οποία αποτελούνταν από έξι δημοκρατίες: Σερβία, Κροατία, Σλοβενία, Βοσνία-Ερζεγοβίνη, Μαυροβούνιο, και την Γιουγκοσλαβική δημοκρατία της Μακεδονίας  Έμβλημα του νέου κράτους ήταν οι έξι δάδες που αντιπροσώπευαν τις έξι δημοκρατίες, που έκαιγαν ενωμένες κάτω από το κόκκινο αστέρι των παρτιζάνων, όπως πρόσταζε και το εθνικό σύνθημα «Αδελφότητα και Ενότητα» («Bratstvo I Jedinstvo»). Η συγκεκριμένη εξέλιξη καθιστούσε πλέον τον κομμουνισμό αλλά και τον ίδιο τον Τίτο ουσιαστικά και κύρια ενοποιητικά στοιχεία τον σλαβικών λαών. Ο Τίτο ήταν ο άνθρωπος που  μπόρεσε, εκτός  από την εξασφάλιση της ανεξαρτησίας της χώρας του από εξωτερικούς παράγοντες που ήθελαν να ελέγξουν την πολιτική του (ΕΣΣΔ, Στάλιν), να ενώσει και όλα τα ετερόκλητα στοιχεία στο εσωτερικό. Είναι χαρακτηριστικό ότι στα χρόνια της διακυβέρνησής του η πολιτική αστάθεια και οι εθνοτικές έριδες εξέλειπαν και η συνύπαρξη ήταν αρμονική. 

Η αρχή του τέλους και οι πρώτες έντονες πολιτικές κρίσεις 

              Το 1980, όμως, ο Τίτο πέθανε σε ηλικία 87 ετών σε ένα νοσοκομείο στην Λιουμπλιάνα. Το συγκεκριμένο γεγονός σηματοδότησε την αρχή του τέλους καθώς στην δεκαετία του 80΄όλα τα προβλήματα που είχαν εκλείψει  με την άνοδο του Τίτο στην εξουσία έκαναν και πάλι την εμφάνισή τους. Αυτά σε συνδυασμό με την οικονομική κρίση που ξέσπασε και την κατάρρευση όλων των σοσιαλιστικών καθεστώτων στην Ευρώπη οδήγησαν τελικά, με αφετηρία το 1991, στην διάλυση της Γιουγκοσλαβίας.

              Στην περίοδο 1989-1990 ενώσω βρισκόταν ο Μιλόσεβιτς στην εξουσία παρατηρήθηκε μια προσπάθεια από τον ίδιο να ενισχύσει την  θέση της Σερβίας μέσα στην Γιουγκοσλαβία με την κατάργηση της αυτονομίας του Κοσσόβου και της Βοϊβοδίνας και με την υποστήριξη της ενότητας του ΚΚ Γιουγκοσλαβίας το οποίο θα λάμβανε της αποφάσεις σε ανώτατο επίπεδο. Το γεγονός προκάλεσε την ανησυχία και την αντίδραση των Σλοβένων και  των Κροατών που υποστήριζαν μεγαλύτερη αποκέντρωση και περισσότερες εξουσίες στις έξι δημοκρατίες. Το  πανγιουγκοσλαβικό κομμουνιστικό κόμμα οδηγήθηκε λόγω αυτών των διαφωνιών σε διάλυση και έσπασε έτσι ο τελευταίος πολιτικός συνδετικός κρίκος που κρατούσε ενωμένο το κράτος. Η διαδικασία ανεξαρτητοποίησης των δημοκρατιών ξεκίνησε με την προκήρυξη πολυκομματικών εκλογών σε αυτές μετά  την διάλυση του κομμουνιστικού κόμματος και την άνοδο στην εξουσία εθνικιστικών κυβερνήσεων σε αυτές. 

Κροατία

              Η εκλεγμένη κυβέρνηση της Κροατίας υποστήριζε ότι θα προστατέψει τον λαό της από τον Μιλόσεβιτς και την ηγεμονική προσπάθεια της Σερβίας, γεγονός που θορύβησε ιδιαίτερα τους Σέρβους που κατοικούσαν στην επικράτεια της. Το ποτήρι ξεχείλισε με αφορμή τα επεισόδια στον αγώνα Ντιναμό Ζάγκρεμπ – Ερυθρός Αστέρας μεταξύ σέρβων και Κροατών οπαδών, στις 13 Μαΐου 1990,  που χαρακτηρίστηκαν από ακραίο μίσος και αγριότητα. Το φθινόπωρο η ένταση κλιμακώθηκε με την λεγόμενη “Log Revolution” και την ανακήρυξη της Σερβικής Αυτόνομης Περιφέρειας της Κράινα (Krajina) στο Κνιν στην νότια Κροατία, η οποία θα παρέμενε στη Γιουγκοσλαβία αν η Κροατία αποχωρούσε απ’ αυτή. Οι σέρβοι επικρότησαν την συγκεκριμένη ενέργεια αφού θεώρησαν πως υπήρχε κίνδυνος να αναβιώσει το κράτος των Ουστάσι , δορυφόρος του άξονα, που είχε διαπράξει θηριωδίες. Η δυσπιστία είχε φτάσει στο απόγειο της και οι αλληλοκατηγορίες για πάσης φύσεως ζητήματα πλήθαιναν. Το Μάρτιο του 1991 ξεσπούν οι πρώτες ένοπλες συγκρούσεις ενώ με το επεισόδιο στις Λίμνες Πλίτβιτσε ξέσπασε επίσημα ο Πόλεμος της Κροατίας μεταξύ της κυβέρνησης της Κροατίας και των Σέρβων ανταρτών της Σ.Α.Ε. της Κράινα που είχαν την υποστήριξη του – υπό σερβικό έλεγχο – γιουγκοσλαβικού στρατού. Στις 19 Μαΐου γίνεται δημοψήφισμα στο οποίο η ετυμηγορία ήταν υπέρ της ανεξαρτησίας με ποσοστό 93% παρά το μποϊκοτάζ των Σέρβων. Έτσι στις 25 Ιουνίου, οι Κροάτες κήρυξαν την ανεξαρτησία τους. Αμέσως μετά τη διακήρυξη της ανεξαρτησίας της Κροατίας, οι Σέρβοι της Κροατίας σχημάτισαν επίσης τη ΣΑΠ της Δυτικής Σλαβονίας και τη ΣΑΠ της Ανατολικής Σλαβονίας, Μπαράνια και Δυτικής Σρεμ. Οι τρεις αυτές περιοχές συνενώθηκαν αργότερα στη Δημοκρατία της Σερβικής Κράινα, στις 19 Δεκεμβρίου 1991. Οι σέρβικες δυνάμεις σημείωσαν σημαντικές νίκες με αποτέλεσμα να θέσουν το ένα τρίτο της Κροατίας υπό τον έλεγχό τους. Η ένταση της σύγκρουσης ήταν τόσο μεγάλη, εξαιτίας της επικράτησης του εθνικού μίσους, που τελικά ανάγκασε τον ΟΗΕ να στείλει διερευνητικό σώμα το 1992, ενώ τον ίδιο χρόνο ήρθε και η διεθνής αναγνώριση για την Κροατία από την ΕΟΚ. Παράλληλα, δεν έλειπε και ο πόλεμος της προπαγάνδας, οπού και οι δύο πλευρές προσπαθούσαν με αρκετή δόση υπερβολής να παρουσιαστούν ως θύματα των θηριωδιών της άλλης. Σταδιακά αυξήθηκε η στρατιωτική παρουσία της Κροατίας, με αποτέλεσμα το 1995 να εξαπολύσει επιτυχημένες στρατιωτικές επιχειρήσεις ανακαταλαμβάνοντας τα περισσότερα εδάφη της. Ο πόλεμος έληξε τον Δεκέμβριο του 1995 με την συνθήκη του Ντεϊτόν. 

Σλοβενία

              Στις 25 Ιουνίου του 1991 μαζί με την Κροατία είχε κηρύξει την ανεξαρτησία της και η Σλοβενία. Εκεί το σχετικό δημοψήφισμα  είχε λάβει χώρα στις  23 Δεκεμβρίου 1990 και το αποτέλεσμα ήταν συντριπτικό υπέρ της ανεξαρτησίας με το 88,5% όλων των εκλογέων (94,8% των συμμετεχόντων) να την υποστηρίζουν. Η σχετικά μεγάλη απόσταση της από το Βελιγράδι και η απουσία σερβικής μειονότητας ήταν παράγοντες που συνέβαλλαν στην σχετικά ειρηνική απόσχισή της από την Γιουγκοσλαβία. Έτσι μετά την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας της παρά τη κινητοποίηση του γιουγκοσλαβικού στρατού η Σλοβένοι κατόρθωσαν να θέσουν τα σύνορα και το αεροδρόμιο της Λιουμπλιάνας υπό τον έλεγχό τους με σχετική ευκολία. Αυτό συνέβη γιατί καμία από της δύο πλευρές δεν έδειχνε διάθεση να ξεκινήσει την σύγκρουση. Είναι χαρακτηριστικό ότι η εμπόλεμη κατάσταση στην Σλοβενία κράτησε μόλις δέκα μέρες, ενώ με  την συμφωνία του Μπριζούνι (Brioni Agreement), στις 7 Ιουλίου 1991, η ΕΟΚ μεσολάβησε για κατάπαυση του πυρός. Μέσα σε διάστημα τριών μηνών τα γιουγκοσλαβικά στρατεύματα είχαν αποσυρθεί πλήρως από την σλοβενική επικράτεια με αποτέλεσμα την πλήρη ανεξαρτησία της  και την διεθνή αναγνώριση τον Ιανουάριο του 1992. 

Βοσνία-Ερζεγοβίνη

               Τα πράγματα ήταν πολύ πιο περίπλοκα στην Βοσνία και Ερζεγοβίνη, καθώς ο πληθυσμός  της αποτελούνταν από καθολικούς Κροάτες, ορθόδοξους Σέρβους και μουσουλμάνους Βόσνιους. Συνεπώς η ανεξαρτησία της συνοδεύτηκε από έναν τριμέτωπο πόλεμο. Ήταν ο πιο αιματηρός πόλεμος της Ευρώπης μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο με πάνω από 100.000 νεκρούς και δύο εκατομμύριά εκτοπισμένους ενώ στην διάρκεια του έλαβαν χώρα και πολλά εγκλήματα πολέμου για τα οποία πολλοί ηγέτες καταδικάστηκαν από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για την πρώην Γιουγκοσλαβία (ICTY), ενώ οι οικονομικές και υλικές καταστροφές ήταν ανυπολόγιστες. Το 1991 η κατάσταση ήταν τεταμένη και όλα έδειχναν ότι η σύγκρουση δεν θα αργούσε. Στις 9 Ιανουαρίου 1992 η Συνέλευση των Σέρβων της Βοσνίας ανακήρυξε τη χωριστή Δημοκρατία του Σερβικού λαού της Βοσνίας και Ερζεγοβίνης και προχώρησε στη δημιουργία Σερβικών αυτόνομων περιοχών σε όλη τη χώρα. Όπως ήταν προφανές αυτή η ενέργεια κρίθηκε αντισυνταγματική από την κυβέρνηση η οποία απάντησε με την διεξαγωγή δημοψηφίσματος για την ανεξαρτησία της στις 29 Φεβρουαρίου και 1 Μαρτίου 1992. Σύμφωνα με τα επίσημα αποτελέσματα η προσέλευση ήταν 63,4% και το 99,7% των ψηφοφόρων ψήφισαν υπέρ, αφού υπήρξε μποϊκοτάζ από την πλευρά των Σέρβων. Η Βοσνία και Ερζεγοβίνη ανακήρυξε την ανεξαρτησία της στις 3 Μαρτίου 1992 και έλαβε διεθνή αναγνώριση τον επόμενο μήνα, στις 6 Απριλίου 1992. Την ίδια ημέρα οι Σέρβοι απάντησαν ανακηρύσσοντας την ανεξαρτησία της Σερβικής Δημοκρατίας της Βοσνίας και οι Σερβοβόσνιοι, με επικεφαλής τον Ράντοβαν Κάρατζιτς και στρατιωτικά υπό τον Ράτκο Μλάντιτς, επιτέθηκαν σε διάφορες πόλεις, όπως το Σαράγιεβο θέτοντάς το υπό πολιορκία, η οποία διήρκησε για 1425 μέρες. Τα γεγονότα αυτά σηματοδότησαν την έναρξη του Πολέμου της Βοσνίας. Ακολούθησαν σφοδρές μάχες και εθνοκαθάρσεις. Στην αρχή οι Σέρβοι προελαύνουν εκμεταλλευόμενοι τις μάχες μεταξύ Κροατών και Βόσνιων. Όμως παρά τα έκτροπα που διαδραματίστηκαν στις μεταξύ τους συγκρούσεις ( π.χ. Μοστάρ, πόλη που είναι μέχρι και σήμερα χωρισμένη μεταξύ Κροατών και Βόσνιων) το 1994 οι δύο πλευρές υπέγραψαν την συμφωνία της Ουάσιγκτον με προτροπή του προέδρου των ΗΠΑ με σκοπό την διευθέτηση των διαφορών τους και την αντιμετώπιση των Σερβοβόσνιων ως κοινών εχθρών. Μετά την υπογραφή της συμφωνίας αυτής οι συνασπισμένες δυνάμεις των Κροατών και των Βόσνιων με την υποστήριξη του ΝΑΤΟ κατόρθωσαν να πετύχουν σημαντικές νίκες με εδαφικά κέρδη, στην διάρκεια του 1995. Η Σφαγή της Σρεμπρένιτσα (Ιούλιος 1995), που αναμφίβολα αποτελεί την πιο μελανή σελίδα του πολέμου με θύματα πάνω από 8.000 μουσουλμάνους άνδρες και αγόρια που εκτελέστηκαν από σερβικές δυνάμεις σε μια περιοχή υπό την προστασία του ΟΗΕ, έπαιξε καταλυτικό ρόλο στην έκβαση του πολέμου. Η σφαγή αμάχων οδήγησε τις ΗΠΑ να αναλάβουν ενεργότερο ρόλο για την επίλυση του προβλήματος με αποτέλεσμα να ξεκινήσουν τον βομβαρδισμό των σερβικών θέσεων. Η εμπλοκή τους ήταν αυτή που οδήγησε την σερβική πλευρά σε υποχώρηση και τελικά στην ειρήνευση. Ο πόλεμος τερματίστηκε με την συνθήκη του Ντεϊτόν η οποία προέβλεπε την ανεξαρτησία της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης ως ενιαίο κράτος που θα χωριζόταν όμως σε δύο οντότητες την Ομοσπονδία Βοσνίας και Ερζεγοβίνης (51% της επικράτειας στην οποία βρίσκονταν Κροάτες και Βόσνιοι) και την Σερβική Δημοκρατία (Republika Srpska, που θα κάλυπτε το 49% της επικράτειας και θα κατοικούνταν από Σέρβους). 

Βόρεια Μακεδονία 

              Η Βόρεια Μακεδονία αποτελεί το μοναδικό κράτος που αποσπάστηκε ειρηνικά από την Γιουγκοσλαβία και μπόρεσε να διατηρήσει καλές σχέσεις με το Βελιγράδι και της υπόλοιπες δημοκρατίες. Στο δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία της Βόρειας Μακεδονίας, που διεξήχθη στις 8 Σεπτεμβρίου 1991, το 95,26% ψήφισε υπέρ της ανεξαρτησίας, που ανακηρύχθηκε στις 25 Σεπτεμβρίου 1991. Αμέσως μετά 500 Αμερικάνοι στρατιώτες, υπό την σημαία των Ηνωμένων Εθνών, παρατάχθηκαν στα βόρεια σύνορα της χώρας με την υπό διάλυση Γιουγκοσλαβία. Είναι χαρακτηριστικό ότι το συγκεκριμένο κράτος αντιμετώπισε σε αντίθεση με τις υπόλοιπες δημοκρατίες της Γιουγκοσλαβίας προβλήματα κυρίως με τα άλλα γειτονικά κράτη. Πιο συγκεκριμένα με την Ελλάδα για την ονομασία του και με την Βουλγαρία που διατηρούσε μειονότητα στην επικράτεια του που δεν αναγνωρίζεται. Όμως το σημαντικότερο μειονοτικό πρόβλημα αποτελούν οι Αλβανοί, οι οποίοι πολλές φορές είχαν εξεγερθεί με αποτέλεσμα αιματηρές συγκρούσεις. Πλέον η αλβανική αναγνωρίζεται ως η δεύτερη επίσημη γλώσσα της Βόρειας Μακεδονίας. 

Η κοινή πορεία με την Σερβία και η απόσχιση του Μαυροβουνίου 

              Με την απόσχιση των δημοκρατιών το νέο κράτος που διεκδικούσε την θέση του διαδόχου της  πανγιουγκοσλαβικής Σοσιαλιστικής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας αποτελούνταν πλέον μόνο από την Σερβία και το Μαυροβούνιο. Το κράτος αυτό είχε δημιουργηθεί από τον Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς και τους πολιτικούς συμμάχους  του. Η Γιουγκοσλαβία μετονομάστηκε στις 4 Φεβρουαρίου 2003 ως κρατική ένωση Σερβίας και Μαυροβουνίου. Η κρατική ένωση της Σερβίας και του Μαυροβουνίου ήταν ασταθής και τελικά διαλύθηκε το 2006 όταν, σε δημοψήφισμα που πραγματοποιήθηκε στις 21 Μαΐου 2006, η ανεξαρτησία του Μαυροβουνίου υποστηρίχθηκε από το 55,5% των ψηφοφόρων και η ανεξαρτησία δηλώθηκε στις 3 Ιουνίου 2006. Εντάσεις δεν υπήρξαν γιατί το δημοψήφισμα προβλεπόταν από το σύνταγμα, ενώ οι σχέσεις μεταξύ τον δύο κρατών θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν καλές. Οι λόγοι που οδήγησαν στην ανεξαρτητοποίηση του Μαυροβουνίου ήταν οι διαφορετικές οικονομικές επιδιώξεις και η διαφορά τους στον πολιτικό προσανατολισμό, αφού το Μαυροβούνιο ήθελε να προσεγγίσει την «Δύση». 

Το άλυτο ζήτημα του Κοσσόβου 

Η τελευταία εθνοτική ένοπλη σύγκρουση της Γιουγκοσλαβίας ήταν ο πόλεμος του Κοσσυφοπεδίου που διήρκησε από το 1998 έως και το 1999.Αιτία ήταν οι προσπάθειες των Αλβανών του Κοσσόβου που κατέχουν την πλειοψηφία και η άρνηση της Σερβίας να απωλέσει ιστορικά εδάφη για την ίδια. Όλες οι εξεγέρσεις κατεστάλησαν με την βία. Έτσι ξέσπασε πόλεμος μεταξύ των σερβικών στρατευμάτων και της αλβανικής παραστρατιωτικής οργάνωσης Ουτσεκά. Οι επιχειρήσεις καταστολής του στρατού καταλήγουν πολλές φορές σε έκτροπα με αποτέλεσμα η Σερβία να βρεθεί αντιμέτωπη με την διεθνή κατακραυγή. Αναγκάζεται λοιπόν να δεχθεί την προσφυγή σε διαπραγματεύσεις στη Ραμπουγιέ της Γαλλίας οι οποίες όμως αποτυγχάνουν, καθώς η Σερβία αρνείται την παρουσία του ΝΑΤΟ στο Κόσοβο. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα το ΝΑΤΟ να ξεκινήσει τον βομβαρδισμό της Σερβίας χωρίς την έγκριση του ΟΗΕ και οι Σέρβοι να προβούν σε εθνοκαθάρσεις με τον εκτοπισμό 800.000 Αλβανών. Όμως, όπως ήταν φυσικό, ο συνεχόμενος βομβαρδισμός 78 ημερών είχε ως αποτέλεσμα την κάμψη των σερβικών δυνάμεων και την αποδοχή τους στην ειρήνευση με την μεσολάβηση της Ρωσίας και της ΕΕ.  Στις 9 Ιουνίου υπογράφεται η Στρατιωτική Τεχνική Συμφωνία του Κουμάνοβο. Οι σερβικές δυνάμεις αποχωρούν από το Κόσοβο, ενώ το ΝΑΤΟ εισέρχεται στο Κόσοβο για να αναλάβει τη στρατιωτική διοίκηση και ο ΟΗΕ την πολιτική διοίκηση.  Στις 17 Φεβρουαρίου 2008 το Κόσοβο ανακηρύσσει μονομερώς την ανεξαρτησία του από τη Σερβία (που δεν την αναγνωρίζει μέχρι σήμερα, μαζί με πολλά άλλα κράτη ανάμεσά τους και η Ελλάδα). 

Αίτια της διάλυσης και ξένη επέμβαση 

              Η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας γέννησε πολλές ερμηνείες από διάφορους μελετητές. Η αλήθεια είναι πως όλες έχουν συμβάλει σε μεγάλο βαθμό στην κατανόηση της κατάστασης αφού μια τέτοια διαδικασία δεν μπορεί να εξηγηθεί με μονομέρεια. Για αυτό το λόγο γίνεται μια προσπάθεια ερμηνείας των αιτιών συνδυάζοντας τις απόψεις όλων τον πλευρών.

Η Γιουγκοσλαβία ήταν ένα κράτος με πάρα πολλές και έντονες διαιρετικές τομές. Στην επικράτεια του κατοικούσαν Σλοβένοι, Κροάτες, Σέρβοι, Αλβανοί, Έλληνες, Μαυροβούνιοι και Βόσνιοι , οι οποίοι ήταν καθολικοί, ορθόδοξοι και μουσουλμάνοι. Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι τα πράγματα που ένωναν τους «Νότιους Σλάβους» ήταν πολλοί λιγότερα από αυτά που τους χώριζαν. Στην πραγματικότητα πέρα από την κοινή βαλκανική κουλτούρα, που συναντάται και στα υπόλοιπα κράτη της χερσονήσου του Αίμου, δεν είχαν και πολλά κοινά στοιχεία. Αυτό που οδήγησε στην σύσταση του θνησιγενούς αυτού κράτους στην ουσία ήταν η επιθυμία των «Νότιων Σλάβων» να αποκτήσουν ανεξάρτητη πολιτική υπόσταση αποτινάσσοντας πλήρως την κυριαρχία και του σουλτάνου και των Αψβούργων, που αδιαφορούσαν για την εθνική τους ταυτότητα. Γνωρίζοντας ότι ο καθένας μόνος του δεν θα μπορούσε να το πετύχει επιζητούσαν την συσπείρωση γύρω από το Βελιγράδι. Μετά τον  Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και την εξάλειψη των δυο αυτοκρατοριών ενοποιητικά στοιχεία έγινα ο κομμουνισμός και ο ίδιος ο Τίτο που προβάλλοντας την αντίσταση εναντίον των ναζί κατάφεραν να διατηρήσουν την συνοχή του κράτους. Όταν όμως πέθανε ο Τίτο και κομμουνισμός άρχισε αν καταρρέει στην Ευρώπη  δεν υπήρχε πλέον τίποτα που να εμποδίζει την εκδήλωση των διαφοροποιήσεων. Πέρα όμως από τις εθνικές και θρησκευτικές διαιρέσεις, μεγάλες οικονομικές διαφορές μεταξύ  των δημοκρατιών συνετέλεσαν σε μεγάλο βαθμό στην διάλυση. Οι πλουσιότερες (Σλοβενία, Κροατία) ήταν αναγκασμένες να συντηρούν της φτωχότερές (Μαυροβούνιο, Βόρεια Μακεδονία) με αποτέλεσμα την δυσαρέσκεια των πρώτων που ήθελαν να χρησιμοποιήσουν τα χρήματα προς δικό τους όφελος.

              Αμφιλεγόμενη πτυχή αποτελεί οι ανάμιξη ξένων δυνάμεων, κυρίως «δυτικών», σε όλη την διάρκεια της διάλυσης της Γιουγκοσλαβίας. Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι αυτές δημιούργησαν όλα τα προβλήματα με την υποκίνηση των εθνικιστικών κινημάτων και την υποστήριξη και αναγνώριση που παρείχαν στις αποσχιστικές κινήσεις. Από την άλλη πλευρά υπάρχουν πολλοί που θεωρούν την παρέμβαση ως μια ανθρωπιστική κίνηση με σκοπό την κατάπαυση του πυρός και των εθνοκαθάρσεων. Είναι βέβαιο πως οι «δυτικές» δυνάμεις έδειξαν να ευνοούν την αυτοδιάθεση των πρώην σοσιαλιστικών δημοκρατιών, αφού με το πέρας του Ψυχρού Πολέμου δεν είχαν ανάγκη μια ισχυρή και ουδέτερη Γιουγκοσλαβία. Η ύπαρξη ενός μεγάλου και ικανού κράτους στην βαλκανική δεν ήταν στις επιδιώξεις τους. Επομένως αυτό που έκαναν ήταν να εκμεταλλευτούν την κατάσταση προκειμένου να προωθήσουν τα συμφέροντά τους υπονομεύοντας την κρατική συνοχή της με διάφορους τρόπους.

             Αναμφίβολα η διαδικασία της κατάρρευσης της Γιουγκοσλαβίας αποτέλεσε μια από της πιο μελανές σελίδες της ευρωπαϊκής ιστορίας και άφησε πληγές σε ολόκληρα τα βαλκάνια. Το μίσος υπάρχει ακόμη ενόσω οι μνήμες είναι ακόμη νωπές και πολλά προβλήματα παραμένουν ακόμη άλυτα. Την ίδια στιγμή, όμως,  η ποικιλομορφία της περιοχής της προσδίδει μια ιδιόμορφη γοητεία που αντικατοπτρίζεται και στους ανθρώπους της. Υπό αυτό το πρίσμα η ιστορία μπορεί λειτουργήσει ως φάρος προκειμένου στο μέλλον να γίνουν κινήσεις προς την ειρηνική συνύπαρξη και την εποικοδομητική αξιοποίηση της διαφορετικότητας, αλλά και των κοινών χαρακτηριστικών των βαλκανικών λαών.  

Πηγές 

Αφήστε μια απάντηση