Το παρακάτω άρθρο μπαίνει σε βαθιά ανάλυση και εξέταση του ρόλου των διμερών συμφωνιών ΗΠΑ- Μεξικού, τις συνθήκες στα κέντρα κράτησης και τη διεθνή σιωπή, επιχειρώντας να αναδείξει τον τρόπο με τον οποίο η διπλωματία λειτουργεί, όχι πάντα ως εγγυητής, αλλά συχνά ως «πλυντήριο παραβιάσεων»
Διπλωματία και δικαιώματα
Η μετανάστευση στα σύνορα Ηνωμένων Πολιτειών και Μεξικού αποτελεί εδώ και δεκαετίες ένα από τα πιο ακανθώδη ζητήματα της αμερικανικής πολιτικής σκηνής. Με αφορμή τη γεωγραφική εγγύτητα, τις οικονομικές ανισότητες, τις πολιτικές κρίσεις και την έλλειψη ασφαλείας στη Λατινική Αμερική, χιλιάδες άνθρωποι προσπαθούν κάθε χρόνο να διασχίσουν τα σύνορα προς τις ΗΠΑ αναζητώντας ένα καλύτερο μέλλον. Ωστόσο, η αντιμετώπιση αυτών των μεταναστευτικών ροών από τις ΗΠΑ έχει δημιουργήσει σοβαρές ανησυχίες για την παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Αναδύεται έτσι το κρίσιμο ερώτημα: πως η διπλωματία, ειδικά μέσω διμερών συμφωνιών και διπλωματικών μηχανισμών, καλύπτει ή ακόμη και νομιμοποιεί την καταπάτηση βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων;
Η φύση των διμερών συμφωνιών ΗΠΑ- Μεξικού
Η διπλωματική συνεργασία μεταξύ ΗΠΑ και Μεξικού στο μεταναστευτικό δεν είναι νέο φαινόμενο. Από τις αρχές του 20ου αιώνα μέχρι και σήμερα, οι δύο χώρες έχουν υπογράψει πληθώρα συμφωνιών με σκοπό τη διαχείριση των μεταναστευτικών ροών, την ασφάλεια των συνόρων και την οικονομική συνεργασία. Ένα από τα χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι η συμφωνία του 2019 κατά την οποία το Μεξικό δέχτηκε να αναπτύξει 6.000 μέλη της Εθνοφυλακής στα νότια σύνορα του για να περιορίσει τη ροή μεταναστών από την Κεντρική Αμερική, σε αντάλλαγμα για την αποφυγή οικονομικών κυρώσεων από τις ΗΠΑ. Αυτή η συμφωνία, που έγινε υπό την απειλή επιβολής δασμών από τον (και τότε) πρόεδρο Τράμπ, αποτέλεσε χαρακτηριστικό παράδειγμα «εκβιαστικής διπλωματίας», όπου ο «συνεργάτης» αναγκάζεται να υιοθετήσει πολιτικές αστυνόμευσης χωρίς πραγματική διαπραγμάτευση.
Παρόμοια, η πολιτική “Remain in Mexico” (Migrant Protection Protocols) που εφαρμόστηκε από το 2019και επανήλθε το 2021, υποχρέωνε αιτούντες άσυλο να παραμείνουν στο Μεξικό μέχρι να εξεταστεί η υπόθεση τους από τα αμερικανικά δικαστήρια. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα χιλιάδες άνθρωποι –ανάμεσα τους γυναίκες και παιδία- να μείνουν εγκλωβισμένοι σε παραμεθόριες πόλεις του Μεξικού, υπό άθλιες και επικίνδυνες συνθήκες, εκτεθειμένοι σε κύκλωμα διακίνησης, βίας, εκμετάλλευσης και δολοφονιών.
Αξιοσημείωτο είναι πως η πολιτική “Remain in Mexico” κατακρίθηκε από οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και απορρίφθηκε από δικαστήρια ως απάνθρωπη, η διατήρηση της μέσω διμερών διαπραγματεύσεων και με πολιτικό προσωπείο συνεργασίας την καθιστά «διπλωματικά αποδεκτή».
Συνθήκες στα κέντρα κράτησης μεταναστών: από την παραβίαση στην κανονικοποίηση
Η πολιτική των ΗΠΑ απέναντι στους μετανάστες έχει στραφεί τις τελευταίες δεκαετίες από την έννοια της υποδοχής στην έννοια της αποτροπής. Αυτό εκφράζεται κυρίως μέσα από την ύπαρξη και λειτουργία δεκάδων κέντρων κράτησης μεταναστών (detention centers) κατά μήκος των νοτίων συνόρων. Τα κέντρα αυτά διαχειρίζονται είτε από κρατικούς φορείς είτε από ιδιωτικές εταιρείες (όπως η GEO Group και η CoreCivic), με έμφαση στο οικονομικό κέντρο και χωρίς επαρκή διαφάνεια.
Εκατοντάδες αναφορές έχουν τεκμηριώσει απάνθρωπες συνθήκες σε αυτά τα κέντρα. Ο υπερπληθυσμός σε κελιά με περιορισμένα οξυγόνο, η έλλειψη πρόσβασης σε βασικές υγειονομικές υπηρεσίες, καταγγελίες για σωματική κακοποίηση και σεξουαλική παρενόχληση, καθώς και ο χωρισμός παιδιών από τους γονείς τους, πρακτική που έφτασε σε τραγικές διαστάσεις επί κυβέρνησης Τράμπ (πάνω από 5.000 παιδιά απομακρύνθηκαν από τους γονείς τους, χωρίς σχέδιο επανένωσης). Η παραπάνω κατάσταση αυτή δεν είναι μυστικό. Αντιθέτως, είναι καλά τεκμηριωμένη από ΜΚΟ όπως η Amnesty International, το Human Rights Watch και την ACLU. Ωστόσο, η διπλωματική πρόφαση της «εθνικής ασφαλείας» και η ανάγκη των ΗΠΑ να προβάλλονται ως «κυρίαρχο κράτος που ελέγχει τα σύνορα του» έχουν επιτρέψει τη διατήρηση αυτών των πολιτικών, χωρίς ουσιαστική διεθνή παρέμβαση. Επιπλέον, η επιλογή των ΗΠΑ να χαρακτηρίζουν τους αιτούντες άσυλο ως «παράτυπους εισβολείς» και όχι ως θύματα ή ανθρώπους με δικαιώματα, ενισχύει τον στιγματισμό και την απανθρωποποίηση τους.
Η διεθνής αδιαφορία: αδράνεια ή υποκρισία;
Η διεθνής κοινότητα, ιδίως μέσω του ΟΗΕ, της Ύπατης Αρμοστείας για τους Πρόσφυγες (UNCHR) και των οργανισμών προστασίας ανθρωπίνων δικαιωμάτων, έχει καταδικαστεί επανειλημμένως τις πολιτικές των ΗΠΑ στα σύνορα. Ωστόσο, αυτή η κριτική σπάνια συνοδεύεται από κυρώσεις, πρακτική πίεση ή διεθνοποιημένες λύσεις. Αντιθέτως, οι ΗΠΑ διατηρούν τη θέση τους ως υπερδύναμη με στρατηγικό και οικονομικό βάρος, γεγονός που τους παρέχει ένα είδος ¨διπλωματικής ασυλίας». Οι εκθέσεις καταγράφονται, αλλά η πολιτική δεν αλλάζει. Στην πραγματικότητα, πολλές χώρες της Λατινικής Αμερικής –που υφίστανται άμεσα τις συνέπειες των επιστροφών- υποχρεώνονται να συνεργαστούν, καθώς εξαρτώνται οικονομικά και διπλωματικά από την Washington.
Αυτό δημιουργεί ένα παράδοξο διπλωματικής ηθικής: πως μπορεί η διεθνής κοινότητα να επιβάλλει σε μικρότερες χώρες κυρώσεις για παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ενώ παραμένει θεατής ή ακόμα και συνεργάτης όταν τα ίδια διαπράττονται από τις ΗΠΑ.

Η διπλωματία ως εργαλείο συγκάλυψης ή ως άλλοθι εξουσίας;
Η διπλωματία, όπως εφαρμόζεται στην υπόθεση συνόρων ΗΠΑ-Μεξικού, δεν λειτουργεί ως εγγυητής δικαιωμάτων αλλά ως μηχανισμός αναπαραγωγής της εξουσίας και της καταστολής. Οι διμερείς συμφωνίες παρουσιάζονται ως «συνεργασία», αλλά στην πραγματικότητα μετατοπίζουν την ευθύνη της καταπάτησης στα πιο αδύναμα κράτη. Το Μεξικό, για παράδειγμα αντιμετωπίζει πλέον το βάρος των μεταναστευτικών ροών ως «φράγμα» για τις ΗΠΑ –μετατρεπόμενο σε proxy border state. Η εμμονή στον έλεγχο των συνόρων αντί στην αναγνώριση των αιτιών της μετανάστευσης (φτώχεια, βία, περιβαλλοντική καταστροφή, διαφθορά) οδηγεί στη συστηματική τιμωρία των θυμάτων. Και όταν η διπλωματία αναλαμβάνει ρόλο θεατή ή και συνενόχου, τότε η νομιμοποίηση των παραβιάσεων γίνεται επικίνδυνα «φυσιολογική».
Η διπλωματία δεν είναι ουδέτερη, είναι είτε φορέας ειρήνης, είτε λειτουργεί ως εργαλείο συγκάλυψης εγκλημάτων. Οι διμερείς συμφωνίες ΗΠΑ- Μεξικού έχουν επανειλημμένα θυσιάσει τα ανθρώπινα δικαιώματα στον βωμό της ασφάλειας και της πολιτικής σκοπιμότητας. Και όσο η διεθνής κοινότητα επιλέγει να αδιαφορεί, το τίμημα πληρώνεται από τους πιο αδύναμους: τους μετανάστες. Η αντιμετώπιση αυτού του φαινομένου απαιτεί όχι μόνο πολιτική βούληση, αλλά και έναν επαναπροσδιορισμό της έννοιας της διπλωματίας ως υπεύθυνης και ανθρωποκεντρικής πρακτικής και όχι ως μάσκα υποκρισίας.
