Την Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου, έλαβε χώρα στην Άγκυρα επίσκεψη του Έλληνα πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη καθώς και συνάντησή του με τον Τούρκο πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, στο πλαίσιο του 6ου Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας, ενός θεσμού που είχε μείνει ανενεργός για αρκετά χρόνια και επανενεργοποιήθηκε το 2023. Σε πρώτη φάση, η επιδίωξη της Αθήνας και της Άγκυρας να διατηρήσουν ανοιχτούς τους δίαυλους επικοινωνίας τους και να αποφύγουν εντάσεις που θα μπορούσαν να αποσταθεροποιήσουν την περιοχή, ιδίως σε περιόδους διεθνούς αστάθειας, αποτελεί σημαντικό επίτευγμα. Ωστόσο, η βιωσιμότητα των στόχων που τέθηκαν στην συνάντηση θα φανεί σε δεύτερο χρόνο.
Το χρονικό της συνάντησης
Η συνάντηση διήρκεσε περίπου ενενήντα λεπτά και συνοδεύτηκε από την υπογραφή επτά συμφωνιών διμερούς συνεργασίας. Οι εν λόγω συμφωνίες προβλέπουν συνεργασία, μεταξύ άλλων, σε τομείς όπως η οικονομική ανάπτυξη, η ναυτιλία, η τεχνολογία, η έρευνα και η ετοιμότητα έναντι σεισμών.
Στο επίκεντρο της συζήτησης βρέθηκαν ζητήματα όπως, οι θαλάσσιες διαφορές, με την ελληνική πλευρά να επαναλαμβάνει ότι η μόνη διαφορά που αναγνωρίζει είναι η οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ, η οποία μπορεί να επιλυθεί μόνο βάσει του διεθνούς δικαίου. Η τουρκική πλευρά διατηρεί τις δικές της θέσεις, ωστόσο εμφανίστηκε διατεθειμένη να συνεχίσει τον πολιτικό διάλογο.
Συζητήθηκαν επίσης ζητήματα που αφορούν το μεταναστευτικό, όπου υπάρχει περιθώριο πρακτικής συνεργασίας, καθώς και οι περιφερειακές εξελίξεις σε Ουκρανία και Μέση Ανατολή. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην οικονομική διάσταση, με τους δύο ηγέτες να επαναβεβαιώνουν τον στόχο αύξησης του διμερούς εμπορίου στα 10 δισεκατομμύρια δολάρια. Η οικονομική συνεργασία θεωρείται ένας από τους πιο σταθερούς άξονες της θετικής ατζέντας.
Ακολουθούν, τα συνολικά επτά κείμενα που υπέγραψαν η ελληνική και η τουρκική αντιπροσωπεία κατά την διάρκεια του 6ου Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας στην Άγκυρα, ενώπιον του Κυριάκου Μητσοτάκη και του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν:
1. Κοινή Δήλωση ανάμεσα στην Κυβέρνηση της Ελληνικής Δημοκρατίας και την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας της Τουρκίας
2. Μνημόνιο Κατανόησης για τη συνεργασία στον τομέα του Πολιτισμού
3. Κοινή Δήλωση για τη Συνεργασία των υπουργείων Εξωτερικών Ελλάδας και Τουρκίας στο πλαίσιο του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας Ευξείνου Πόντου
4. Κοινή Δήλωση για τη συνεργασία ανάμεσα στο ‘’Enterprise Greece’’ και το ‘’Invest in Turkiye’’
5. Κοινή Δήλωση για την έναρξη του προγράμματος διμερούς συνεργασίας στην έρευνα και την τεχνολογία
6. Κοινή Δήλωση για την ενίσχυση της διμερούς συνεργασίας στον τομέα της ετοιμότητας έναντι σεισμών
7. Koινή Δήλωση για τη δρομολόγηση ακτοπλοϊκής σύνδεσης ανάμεσα στα λιμάνια της Θεσσαλονίκης και της Σμύρνη
Στόχοι των δύο πλευρών
Γενικότερα, η συνάντηση εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο προσπάθειας αποκλιμάκωσης που ξεκίνησε το 2023, μετά από μια μακρά περίοδο εντάσεων. Οι κοινές δηλώσεις των δύο ηγετών κινήθηκαν σε θετικό τόνο, με έμφαση στη σημασία του διαλόγου και της συνεργασίας. Σε αυτό το πλαίσιο, οι δύο χώρες έχουν συμφωνήσει σε τρεις βασικούς πυλώνες: τον πολιτικό διάλογο, τη θετική ατζέντα και τα μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης. Η ανάγκη για σταθερότητα είναι εμφανής, ιδιαίτερα όταν η διεθνής συγκυρία χαρακτηρίζεται από γεωπολιτικές ανακατατάξεις και αστάθεια.
Για την Τουρκία, η εξομάλυνση των σχέσεων με την Ελλάδα εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική αναβάθμισης του περιφερειακού της ρόλου και ενίσχυσης των οικονομικών της συνεργασιών. Η Άγκυρα επιδιώκει να παρουσιάσει μια εικόνα σταθερότητας προς τη Δύση, ενώ παράλληλα επιθυμεί να ενισχύσει τις εμπορικές της σχέσεις.
Από την πλευρά της, η Ελλάδα επιδιώκει τη διατήρηση της ακεραιότητάς της στο Αιγαίο, την αποφυγή κρίσεων και την προώθηση της ευρωπαϊκής ατζέντας της Τουρκίας υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Η Αθήνα θεωρεί ότι η θεσμοθέτηση του διαλόγου μειώνει τον κίνδυνο αιφνίδιων εντάσεων και επιτρέπει την επικέντρωση σε ζητήματα που αφορούν την οικονομία και την περιφερειακή ασφάλεια.
Αποτίμηση συνάντησης: προσδοκίες και προκλήσεις
Ως κριτική αποτίμηση της συνάντησης Μητσοτάκη-Ερντογάν, θα λέγαμε πως δεν είχε ως στόχο την επίλυση των χρόνιων διαφορών, αλλά τη διατήρηση ενός σταθερού πλαισίου επικοινωνίας που μειώνει τον κίνδυνο κρίσεων. Ειδικότερα, η επανενεργοποίηση του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας αποτελεί ένδειξη μιας ωριμότερης προσέγγισης. Συμπληρωματικά, η οικονομική συνεργασία, με στόχο την ενίσχυση του διμερούς εμπορίου, λειτουργεί ως πρακτικός και ασφαλής χώρος σύγκλισης, ενώ η αποφυγή επιθετικής ρητορικής συμβάλλει θετικά στη σταθεροποίηση του κλίματος.
Παρά τη θετική ατζέντα, το πλαίσιο συνεργασίας παραμένει εύθραυστο, καθώς οι βαθιές διαφορές στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, οι αποκλίνουσες ερμηνείες του διεθνούς δικαίου και οι εσωτερικές πολιτικές πιέσεις περιορίζουν τα περιθώρια ουσιαστικής προόδου. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσονται ζητήματα, όπως το Κυπριακό και οι περιφερειακές εξελίξεις που παραμένουν στο υπόβαθρο και μπορούν εύκολα να επηρεάσουν τη δυναμική των ελληνοτουρκικών σχέσεων.
Συμπέρασμα
Εν κατακλείδι, η συνάντηση Μητσοτάκη-Ερντογάν δεν έφερε θεαματικές αλλαγές, αλλά επιβεβαίωσε μια σταδιακή και προσεκτική προσέγγιση που βασίζεται στον διάλογο και στη συνεργασία. Η θεσμοθέτηση τακτικών επαφών, η ενίσχυση της οικονομικής συνεργασίας και η αποφυγή εντάσεων αποτελούν θετικές εξελίξεις για τη σταθερότητα της περιοχής του Αιγαίου. Ωστόσο, η πορεία αυτή παραμένει εύθραυστη και εξαρτάται από την ικανότητα των δύο πλευρών να διαχειριστούν τις διαφορές τους με σύνεση. Το επόμενο διάστημα είναι κρίσιμο καθώς, θα δείξει αν η θετική δυναμική μπορεί να διατηρηθεί και να οδηγήσει σε μία πιο ουσιαστική πρόοδο.
