Το πρώτο κυρίαρχο κράτος άρχισε να δομείται μέσα στις πρώτες δεκαετίες του 17ου αιώνα, που βρήκαν την Ευρώπη παγιδευμένη σε έναν εξουθενωτικό και καταστροφικό πόλεμο. Ο Τριακονταετής Πόλεμος (1618–1648), θρησκευτικός μεταξύ Προτεσταντών και Καθολικών, εξελίχθηκε σε ολοκληρωτική σύγκρουση με σημαντικές πολιτικές διαστάσεις. Ο απολογισμός ήταν τραγικός: σχεδόν το ένα τέταρτο του ευρωπαϊκού πληθυσμού αφανίστηκε εξαιτίας των συγκρούσεων, της πείνας και των επιδημιών. Μέσα σε αυτό το τοπίο καταστροφής, οι αντιμαχόμενες πλευρές κατέφυγαν στη διπλωματία ακολουθώντας μια νέα μέθοδο επίλυσης διαφορών και το 1648 υπέγραψαν δύο ιστορικές συνθήκες – στο Μύνστερ και στο Όσναμπρυκ. Οι συμφωνίες αυτές, γνωστές συλλογικά ως Ειρήνη της Βεστφαλίας, δεν αποτέλεσαν απλώς το τέλος του πολέμου· έθεσαν, χωρίς πλήρη συνείδηση εκείνη τη στιγμή, τις βάσεις ενός νέου τρόπου οργάνωσης του διεθνούς συστήματος.
Η Βεστφαλία ως Θεμέλιο του κυρίαρχου κράτους
Οι βεστφαλικές συνθήκες αναγνώρισαν την αρχή ότι κάθε κρατική αρχή (ως πρώιμο κυρίαρχο κράτος) –κυρίως οι Γερμανοί πρίγκιπες της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας– έχει το δικαίωμα να επιλέγει ανεξάρτητα τη θρησκεία που θα επικρατεί στα εδάφη της. Αυτό το δικαίωμα, που σηματοδότησε τον περιορισμό της ισχύος της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, αποτέλεσε μία πράξη μείωση της προσπάθειας εμπλοκής ενός κράτους στις εσωτερικές υποθέσεις ενός άλλου δημιουργώντας ευνοϊκά θεμέλια υπέρ της εδαφικά προσδιορισμένης κυριαρχίας. Το καινοτόμο στοιχείο όμως δεν ήταν μόνο το περιεχόμενο των συνθηκών, αλλά κυρίως οι ίδιοι οι μηχανισμοί της διαπραγμάτευσης και η αναγνώριση θεμελιωδών αρχών που διέπουν ακόμη και σήμερα τη διεθνή πολιτική. Για πρώτη φορά έγινε αποδεκτό ότι η ειρήνη μπορεί να επιτευχθεί μέσα από έναν θεσμικό μηχανισμό ισορροπίας ισχύος, με σαφείς κανόνες και αμοιβαία αποδεκτά όρια.
Το Βεστφαλικό κράτος και η έννοια της κυριαρχίας
Η νέα αυτή θεώρηση έφερε στο προσκήνιο έναν πρωτοφανή θεσμό: το κυρίαρχο κράτος. Βασισμένο στις αρχές της εδαφικότητας και της μη παρέμβασης, το «βεστφαλικό» κράτος κατέχει το μονοπώλιο εξουσίας στο εσωτερικό του και απολαμβάνει το δικαίωμα να δρα χωρίς εξωτερικές παρεμβάσεις. Η Βεστφαλία εισήγαγε μια θεσμική ρύθμιση της πολιτικής ζωής που στηρίζεται στον αποκλεισμό των εξωτερικών παραγόντων από τις εγχώριες δομές εξουσίας. Στο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου, ένα κράτος είναι κυρίαρχο όταν διαθέτει διεθνή νομική προσωπικότητα και είναι ικανό να συνάπτει συμφωνίες με άλλα κράτη. Μπορούμε να φανταστούμε το κυρίαρχο κράτος σαν ένα «κλειστό κουτί», στο οποίο η κυβέρνηση έχει τον πλήρη έλεγχο και το μονοπώλιο της βίας, χωρίς εξωτερικές παρεμβάσεις.
Η φιλοσοφική θεμελίωση του κράτους από τον Hobbes
Η φιλοσοφική θεμελίωση αυτής της νέας μορφής πολιτικής οργάνωσης εκφράστηκε πιο καθαρά από τον Thomas Hobbes στο έργο του Leviathan (1651). Ο Hobbes εισήγαγε την έννοια του κοινωνικού συμβολαίου, σύμφωνα με την οποία οι άνθρωποι παραχωρούν εξουσία στο κράτος, το οποίο με τη σειρά του διαθέτει το μονοπώλιο της βίας και της πολιτικής δράσης εντός των συνόρων του. Το κυρίαρχο κράτος είναι η ύψιστη αρχή και εγγυάται την ειρήνη και την τάξη.
Η παγίωση και η εξάπλωση του μοντέλου
Αυτή η νέα ισορροπία μεταξύ κρατών, η οποία διατηρήθηκε και παγιώθηκε μέσα από την ανάπτυξη των ευρωπαϊκών αυτοκρατοριών στους επόμενους αιώνες, έγινε η κυρίαρχη μορφή οργάνωσης του παγκόσμιου διεθνούς συστήματος. Όταν οι αυτοκρατορίες κατέρρευσαν, τα νέα κυρίαρχα κράτη που προέκυψαν –είτε στην Αφρική, είτε στην Ασία, είτε στη Λατινική Αμερική– υιοθέτησαν σχεδόν καθολικά το «βεστφαλικό» μοντέλο. Το κράτος-έθνος έγινε έτσι το βασικό κύτταρο του παγκόσμιου πολιτικού χάρτη.
Η πρώτη αμφισβήτηση στο Συμβούλιο της Βιέννης 1815
Η πρώτη συστηματική αμφισβήτηση της βεστφαλικής αντίληψης για την κυριαρχία ήρθε μετά τους Ναπολεόντειους Πολέμους, με το Συνέδριο της Βιέννης το 1815. Οι νικητές του πολέμου επεδίωξαν την αποκατάσταση της παλαιάς τάξης μέσω της «Ιεράς Συμμαχίας», επαναφέροντας μια μορφή «υπερεθνικής» νομιμοποίησης των μοναρχιών και έναν μηχανισμό συλλογικής επέμβασης με στόχο τη διατήρηση της σταθερότητας. Αν και τυπικά δεν κατήργησαν τη βεστφαλική κυριαρχία, στην πράξη την περιόρισαν σημαντικά, εγκαθιδρύοντας ένα διεθνές καθεστώς όπου η κυριαρχία μπορούσε να περιοριστεί στο όνομα της ευρωπαϊκής ισορροπίας.

Η δεύτερη αμφισβήτηση με την Συνθήκη των Βερσαλλιών 1919 και η μετά τον Δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο εποχή
Αυτό το μοντέλο δεν έμεινε ανεπηρέαστο. Ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα άρχισε να αμφισβητείται. Ένα πρώτο ισχυρό πλήγμα αποτέλεσε η Συνθήκη των Βερσαλλιών του 1919, όταν οι δυνάμεις της Αντάντ, ως νικητές του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου σχεδίασαν νέα κράτη στην Ευρώπη με βάση εθνικά και εθνοτικά κριτήρια, στη λογική της αυτοδιάθεσης των λαών, αλλά μέσω εξωτερικής παρέμβασης. Η παρέμβαση αυτή έδειξε πως η κυριαρχία δεν είναι πλέον απόλυτη και απαραβίαστη.
Αργότερα μετά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και με την δημιουργία του ΟΗΕ το 1945 η οργάνωση του διεθνούς συστήματος και η παγκόσμια διακυβέρνηση πέρασε σε μία νέα εποχή τα θεμέλια της οποίας έχουν επιβιώσει έως και τις μέρες μας. Πλέον, το διεθνές δίκαιο είναι αναπόσπαστο κομμάτι της διεθνούς διακυβέρνησης ως μια προσπάθεια των κυρίαρχων κρατών να επιλύουν πιο ειρηνικά τις διαφορές τους ώστε να μην επαναληφθεί ο εφιάλτης του Δευτέρου παγκοσμίου πολέμου.
Το κυρίαρχο κράτος στο διεθνές δίκαιο
Το κράτος, καθίσταται ιστορικά, σε διεθνές επίπεδο το πρώτο αναγνωρισμένο υποκείμενο του Διεθνούς Δικαίου, αποτελώντας τον κύριο πράττων στην διεθνή δικαιοταξία.
Όσον αφορά τον διεθνές δίκαιο, δεν υπάρχει κάποιος ορισμός για το κράτος. Βάσει του άρθρου 4 του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ “Μέλη των Ηνωμένων Εθνών μπορούν να γίνουν όλα τα ειρηνικά κράτη που αποδέχονται τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τον Χάρτη”. Με αυτή την λογική απλά μας γίνεται κατανοητό ότι όλα τα μέλη του ΟΗΕ είναι κυρίαρχα κράτη. Σύμφωνα με την κλασική αντίληψη, κυρίαρχο κράτος είναι μια συλλογική οντότητα που διαθέτει τρία βασικά χαρακτηριστικά: Λαό, έδαφος και αυθυπόστατη πολιτική εξουσία ενώ συχνά λαμβάνεται υπόψιν και η ανάγκη της αναγνώρισης του ως “κυρίαρχο κράτος” από άλλα κράτη.
Οι προκλήσεις της κυριαρχίας στον 21ο αιώνα και η απειλή της παγκοσμιοποίησης
Στον 21ο αιώνα, η αμφισβήτηση του «βεστφαλικού» κράτους έχει ενταθεί, κυρίως λόγω της παγκοσμιοποίησης και της εμφάνισης υπερεθνικών δομών, όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση, διεθνών οργανισμών, όπως ο ΟΗΕ και ο ΠΟΕ στους οποίους τα κυρίαρχα κράτη παραχωρούν μέρος της κυριαρχίας τους για την επίτευξη συλλογικών στόχων, όπως η ασφάλεια, η σταθερότητα και η ελευθερία της ναυσιπλοΐας μέσω του Δικαίου της Θάλασσας. Για παράδειγμα στην περίπτωση της ΕΕ τα κράτη μέλη της Ευρωζώνης έχουν παραχωρήσει την νομισματική πολιτική τους στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, ενώ στην περίπτωση του ΠΟΕ τα κράτη έχουν δεσμευτεί στην βελτίωση του εμπορίου μέσω της μείωσης των δασμών. Με λίγα λόγια, ένα κυρίαρχο κράτος συμμετέχοντας σε έναν διεθνή οργανισμό συμφωνεί στην οικειοθελή υποχώρηση κυριαρχίας ένεκεν του κοινού συμφέροντος.
Συμπεράσματα
Η Ειρήνη της Βεστφαλίας υπήρξε κάτι πολύ περισσότερο από το τέλος ενός πολέμου: αποτέλεσε την απαρχή ενός νέου διεθνούς συστήματος βασισμένου στην κυριαρχία, στην εδαφικότητα και στη μη επέμβαση. Το «βεστφαλικό» κράτος αναδείχθηκε ως ο βασικός φορέας πολιτικής εξουσίας και διατήρησε την κεντρική του θέση στο διεθνές σύστημα επί σχεδόν τέσσερις αιώνες. Σήμερα, παρότι αντιμετωπίζει προκλήσεις και μετασχηματισμούς, το θεμέλιο που τέθηκε το 1648 εξακολουθεί να καθορίζει τις βασικές γραμμές του παγκόσμιου πολιτικού παιγνίου.
