You are currently viewing «Η Δημοκρατία ανάμεσα στην ισχύ και τη συμμετοχή: Από την Γαλλία του Ντε Γκωλ στον Μακρόν και την Ελλάδα»
(pexels-aloismoubax)

«Η Δημοκρατία ανάμεσα στην ισχύ και τη συμμετοχή: Από την Γαλλία του Ντε Γκωλ στον Μακρόν και την Ελλάδα»

 Ιστορικό πλαίσιο 

Ήταν το 1958 όταν ο στρατηγός Σαρλ ντε Γκωλ επέστρεψε στην εξουσία, μέσα σε μια Γαλλία βυθισμένη στην κρίση της Αλγερίας και τη θεσμική αστάθεια στη Τέταρτη Δημοκρατία. Η χώρα είχε κουραστεί από κυβερνήσεις που αλλαζουν εν μια νυκτί.  Εικοσιτέσσερις μέσα σε δώδεκα χρόνια. Ο Ντε Γκωλ υποσχέθηκε σταθερότητα, προοδο , ηγεσία. Και το έκανε,  ιδρύοντας την Πέμπτη Γαλλική Δημοκρατία, με έναν Πρόεδρο ‘’ ηγέτη’’  που θα ενσάρκωνε το Έθνος.

  Εξήντα επτά χρόνια αργότερα, όμως, το μοντέλο αυτό δείχνει να τρίζει, η Δημοκρατια της     Γαλλιας αντιμετωπιζει τα ιδια θεματα με την Γαλλια του τοτε¨ Μαζικές διαδηλώσεις, κοινωνική πόλωση , πολιτική απόσταση.  Το πολίτευμα που σχεδιάστηκε για να αποτρέψει την κρίση, φαίνεται τώρα να τη γεννα. Γεννάται λοιπόν το ερώτημα:  

 Μπορεί ένα σύστημα φτιαγμένο για την εποχή του Σαρλ Ντε Γκωλ να λειτουργεί ακόμα στην εποχή του Μακρόν;

 Από τη χαοτική Δημοκρατία στη “Δημοκρατία του Στρατηγού”

Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Γαλλία υιοθέτησε το Σύνταγμα του 1946.  Η Τέταρτη Δημοκρατία ήταν κοινοβουλευτική μέχρι υπερβολής: κυβερνήσεις που διαλύεται πριν προλάβουν να κυβερνήσουν, κομματικές ισορροπίες που παρέλυσε το κράτος, κι ένας λαός που ένιωθε ότι κανείς δεν κυβερνά.  Όταν η κρίση της Αλγερίας ξέσπασε το 1958, οι  στρατιωτικοί απαίτησαν “σταθερότητα” και ο Πρόεδρος Ρενέ Κοτύ κάλεσε πίσω τον Ντε Γκωλ, τον άνθρωπο που συμβολίζει την ενότητα.

Ο “Στρατηγός” αποδέχτηκε με έναν όρο: να ξαναγράψει το Σύνταγμα.Έτσι, τον Οκτώβριο του 1958, γεννήθηκε η Πέμπτη Γαλλίκη Δημοκρατια

Οι όροι του Ντε Γκωλ

Ο Ντε Γκωλ πίστευε ότι η εξουσία δεν μπορεί να είναι συλλογική. Ήθελε έναν Πρόεδρο που να στέκεται “πάνω” από τα κόμματα, εγγυητή του κράτους και εκπρόσωπο της Γαλλίας απέναντι στον λαο και τον κοσμο. 

Το νέο Σύνταγμα του έδωσε αυτόν τον ρόλο:

 

    • διορισμό Πρωθυπουργού,

    • διάλυση Εθνοσυνέλευσης,

    • εξουσίες σε θέματα άμυνας και εξωτερικής πολιτικής,

    • και το αμφίρροπο  άρθρο 16, που του επιτρέπει να αναλάβει “έκτακτες εξουσίες” σε περιόδους κρίσης.

Το 1962–1969: Η στιγμή που η Γαλλία “επινόησε” την ημιπροεδρική της ταυτότητα

Για πρώτη φορά μετά τον Ναπολέοντα, η Γαλλία απέκτησε έναν πραγματικά ισχυρό εκτελεστικό ηγέτη

Το 1962, ο Σαρλ ντε Γκωλ αποφάσισε να κάνει κάτι που τότε φάνταζε ριζοσπαστικό, να προτείνει δημοψήφισμα για να αλλάξει ο τρόπος εκλογής του Προέδρου.  Μέχρι τότε, ο ανώτατος άρχοντας εκλεγόταν έμμεσα, από ένα ειδικό εκλεκτορικό σώμα. Ο Ντε Γκωλ, όμως, ήθελε ο Πρόεδρος να αντλεί τη νομιμοποίησή του κατευθείαν από τον λαό. Η απόφαση αυτή προκάλεσε πολιτική θύελλα. Η Εθνοσυνέλευση ψήφισε μομφή εναντίον της κυβέρνησης του Ζορζ Πομπιντού, σε μια δραματική νυχτερινή συνεδρίαση που έμεινε στην ιστορία.  Αλλά το στοίχημα του Ντε Γκωλ πέτυχε: το δημοψήφισμα του Οκτωβρίου εγκρίθηκε με 62%, και ο ίδιος βγήκε πιο ισχυρός από ποτέ. Ήταν μια ειρωνεία της ιστορίας μια κοινοβουλευτική “επανάσταση” που ενίσχυσε την προεδρική εξουσία αντί να τη συγκρατήσει. Από εκείνη τη στιγμή, η Γαλλία μεταμορφώθηκε σε ένα θεσμικό υβρίδιο: ούτε καθαρά προεδρική, ούτε κοινοβουλευτική,ένα κράμα που ατύπως ονομάστηκε ημιπροεδρική δημοκρατία. Ο Πρόεδρος δεν ήταν πια απλώς θεσμικό πρόσωπο· έγινε πολιτικό γεγονός. Ο λαός ψήφιζε πρόσωπο, όχι κόμμα. Και όμως, λίγα χρόνια αργότερα, το 1968, οι φοιτητικές και εργατικές εξεγέρσεις έδειξαν τα όρια αυτού του “πατρικού” μοντέλου εξουσίας.  Η Γαλλία ζητούσε κάτι περισσότερο από σταθερότητα, ζητούσε συμμετοχή. Ο Ντε Γκωλ άντεξε προσωρινά, αλλά το 1969 παραιτήθηκε, αφήνοντας πίσω του μια Δημοκρατία σταθερή, θεσμικά στιβαρή και ταυτόχρονα βαριά προσωποκεντρική.

Ήταν το μεγάλο παράδοξο του ηγετη Ντε Κωλ : έχτισε ένα σύστημα που προστάτευε τη Δημοκρατία από την αστάθεια, αλλά την απομάκρυνε από την κοινωνία .Και εδώ έρχεται η σημερινή ανάγνωση. Γιατί, αν κάτι μας θυμίζει η πορεία από το 1962 ως το ’69, είναι ότι η Δημοκρατία δεν δοκιμάζεται όταν υπάρχει κρίση· δοκιμάζεται όταν οι πολίτες παύουν να νιώθουν ότι η φωνή τους μετράει. Η σταθερότητα είναι πολύτιμη αλλά χωρίς την συμμετοχή, μένει ενα κενο.

Ίσως λοιπόν, εξήντα περιπου χρόνια μετά, η απάντηση να είναι η ίδια που μπορούμε να φανταστούμε που θα ψιθύριζαν οι φοιτητές του 1968 στα γαλλικά πανεπιστήμια:

«Η Δημοκρατία δεν χρειάζεται έναν σωτήρα.χρειάζεται πολίτες που να τη ζουν !».

Cohabitation και συνταγματικές ισορροπίες

Στις δεκαετίες που ακολούθησαν, η Πέμπτη Δημοκρατία απέδειξε την ανθεκτικότητά της. Όμως το θεσμικό “υβρίδιο” έφερε και παράδοξα.Όταν ο Πρόεδρος και η Βουλή προέρχονται από διαφορετικά κόμματα, δημιουργείται η λεγόμενη “συνύπαρξη” (cohabitation)  ένα θεσμικό παζλ όπου ο Πρόεδρος και ο Πρωθυπουργός κυβερνούν “αντίθετα”. Η εμπειρία αυτών των περιόδων έδειξε ότι το γαλλικό μοντέλο μπορεί να λειτουργήσει, αλλά με υψηλό πολιτικό κόστος. Για να περιοριστούν οι τριβές, το 2000 η προεδρική θητεία μειώθηκε σε πέντε χρόνια, ώστε να συμπίπτει με τις βουλευτικές εκλογές.

Από τον Ντε Γκωλ στον Μακρόν

Όταν ο Εμανουέλ Μακρόν ανέβηκε στην εξουσία το 2017, υποσχέθηκε να επανασυνδέσει τη Γαλλία με το «κέντρο»,όχι απλώς πολιτικά, αλλά ηθικά και θεσμικά. Νέος, φιλοευρωπαίος, τεχνοκρατικός, έμοιαζε να ενσαρκώνει την πιο σύγχρονη εκδοχή του “πνεύματος του Στρατηγού Ντε Γκωλ”, την ηγεσία ως όραμα και πειθαρχία.  Όμως, ο 21ος αιώνας αποδείχθηκε πολύ λιγότερο υπομονετικός με τους “σωτήρες του έθνους”. Το ημιπροεδρικό σύστημα, που κάποτε εξασφάλιζε σταθερότητα, σήμερα μοιάζει να παράγει αποξένωση. Ο Μακρόν βρέθηκε παγιδευμένος ανάμεσα σε μια προεδρική εξουσία που του δίνει θεσμική υπεροχή και σε μια κοινωνία που αρνείται να εκπροσωπηθεί. Οι κινητοποιήσεις ενάντια στη συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση, τα “Κίτρινα Γιλέκα” και η κρίση στην Νέα Καληδονία αποκάλυψαν κάτι πιο βαθύ: μια Γαλλία που δεν αισθάνεται πια ότι ακούγεται. Η διάλυση της Εθνοσυνέλευσης το 2024, αντί να του χαρίσει πολιτική ανάσα, γέννησε ένα κοινοβούλιο χωρίς πλειοψηφία και μια κοινωνία ακόμη πιο διχασμένη. Όπως παραδέχτηκε ο ίδιος λίγους μήνες αργότερα, «η διάλυση έφερε προς το παρόν περισσότερη διχόνοια παρά λύσεις για τους Γάλλους» (AP News, 2025). Ήταν μια σπάνια στιγμή αυτοκριτικής από τον Μακρόν . Η σύντομη συνεργασία με τον Φρανσουά Μπαϊρού κατέρρευσε, αφήνοντας τον Πρόεδρο θεσμικά ισχυρό, αλλά πολιτικά μόνο. Η “προεδρική μοναξιά” του Μακρόν δεν είναι πια προσωπική υπόθεση· είναι θεσμικό σύμπτωμα. Γιατί η Γαλλία και ίσως η Ευρώπη συνολικά, ζει μια κρίση εμπιστοσύνης που δεν αφορά τα πρόσωπα, αλλά τους θεσμούς. Ο λαός δεν αμφισβητεί μόνο τους πολιτικούς, αλλά την ίδια τη λογική της αντιπροσώπευσης.  Ο Μακρόν, με όλη την ενεργητικότητά του και τη φιλοδοξία του για ευρωπαϊκή κυριαρχία, έγινε τελικά καθρέφτης ενός πολιτικού συστήματος που ψάχνει ταυτότητα, ανάμεσα στην ανάγκη για ηγεσία και στο αίτημα για συμμετοχή.

Ίσως, στο τέλος, αυτή να είναι η πιο δύσκολη εξίσωση της σύγχρονης δημοκρατίας, όχι το πώς κυβερνάς, αλλά το πώς πείθεις έναν λαό -χωρίς λαϊκισμό- να νιώσει ότι ανήκει.

 Η ελληνική αντιπαραβολή

Η Ελλάδα, μετεπαναστατικά, όποτε δεν είχε βασιλιά, επέλεγε πάντα μορφές κοινοβουλευτικής δημοκρατίας με σημαντικό σταθμό το Σύνταγμα του 1927 και αργότερα του 1975, που εδραίωσε τη Βουλή ως βασικό κέντρο εξουσίας. Η εμπειρία της δικτατορίας το 1974 ενίσχυσε αυτήν την παράδοση: οι Έλληνες από τη φύση μας θέλουμε να έχουμε όλοι λόγο, να συμμετέχουμε και να ελέγχουμε, γι’ αυτό περιορίστηκε ο ρόλος του Προέδρου και ενισχύθηκε η κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Η προεδρευόμενη κοινοβουλευτική δημοκρατία δημιουργήθηκε έτσι ως απάντηση στην υπερσυγκέντρωση εξουσίας: ο Πρόεδρος λειτουργεί κυρίως ως εγγυητής των θεσμών, ενώ οι νομοθετικές αποφάσεις και η κυβέρνηση πηγάζουν από τη Βουλή. Αυτό το πλαίσιο υποχρεώνει τα κόμματα να συνεννοούνται, να αναζητούν συναίνεση και να ενσωματώνουν κοινωνικές ομάδες στις αποφάσεις, δημιουργώντας ένα σύστημα που, παρά τις καθυστερήσεις και τα πολιτικά αδιέξοδα, διατηρεί τη νομιμοποίηση της δημοκρατίας.

Αντίθετα, στη Γαλλία, η ημιπροεδρική δομή επιτρέπει στον Πρόεδρο να έχει προσωπική ισχύ και θεσμική παρουσία. Η γαλλική εμπειρία δείχνει πως η προσωποκεντρική θεσμική ισχύς μπορεί να παράγει ταχύτητα και σαφήνεια σε κρίσιμες αποφάσεις, αλλά η απουσία συμμετοχής και εμπιστοσύνης οδηγεί σε πολιτική αποξένωση και κοινωνική ένταση.

Η σύγκριση αναδεικνύει μια βασική αντίθεση. Η Ελλάδα επενδύει στη συλλογική νομιμοποίηση και τη μακροχρόνια σταθερότητα-παρα τα  αρκετά πολιτικά και κοινωνικά κόστη- ενώ η Γαλλία, παρά την ισχυρή προεδρία, αντιμετωπίζει κρίσεις που σχετίζονται με την αποστασιοποίηση των πολιτών από τους θεσμούς. Η ελληνική παράδοση κοινοβουλευτικής συμμετοχής, παρά τα ελαττώματά της, δημιουργεί ένα πλαίσιο όπου οι αποφάσεις δεν ανήκουν σε ένα πρόσωπο αλλά στο σύνολο της κοινωνίας, ενώ στη Γαλλία η ισχύς του Προέδρου, χωρίς διαρκή διάλογο και συμμετοχή, γίνεται συχνά πηγή κρίσης και κοινωνικού διχασμού. Η ουσία, τελικά, δεν βρίσκεται μόνο στα άρθρα των Συνταγμάτων ή στις θεσμικές επιλογές, αλλά στη σχέση που οικοδομούν οι πολίτες με το κράτος. Σε μια Δημοκρατία που λειτουργεί πραγματικά, η εξουσία μοιράζεται, η συμμετοχή ενσωματώνεται και η κοινωνία δεν απομονώνεται. Και ίσως ακριβώς εκεί κρύβεται η διαφορά ανάμεσα σε έναν λαό που θέλει να συμμετέχει και σε έναν θεσμό που, ακόμα και ισχυρός, χωρίς συμμετοχή, κινδυνεύει να αποτύχει.

Επίλογος

Η σταθερότητα υπήρξε πάντοτε ‘’η μεγάλη εμμονή της Ευρώπης’’. Όμως η Δημοκρατία δεν είναι μόνο ζήτημα ισορροπίας θεσμών, αλλά είναι και  σχέσης εμπιστοσύνης.  Η Γαλλία του 2025 δείχνει ότι η εξουσία, όταν απομακρύνεται από την κοινωνία, χάνει τη νομιμοποίησή της ακόμη κι αν τη διατηρεί θεσμικά. Στην Ελλάδα, με όλα τα ελαττώματα και τις αδυναμίες μας, επιλέξαμε ένα πιο συλλογικό μοντέλο, όπου η σταθερότητα προκύπτει μέσα από τη συνεννόηση. Δεν είναι πάντα αποτελεσματικό, αλλά ίσως είναι πιο ανθρώπινο.

Γιατί, τελικά, η Δημοκρατία δεν χρειάζεται “πατέρες-σωτήρες”. Χρειάζεται πολίτες που νιώθουν πως ανήκουν. Και αυτό -όσο απλό κι αν ακούγεται -είναι η πιο δύσκολη, αλλά και η πιο όμορφη πολιτική κατάκτηση.

 

Αφήστε μια απάντηση