Πολιτική κουλτούρα, κρατική ιδεολογία και στρατηγική στην εξωτερική πολιτική: η περίπτωση της Τουρκίας
Εισαγωγή.

Η εξωτερική πολιτική των κρατών συχνά αναλύεται υπό το πρίσμα της επίδρασης των διαθέσιμων στρατηγικών πόρων, της στρατιωτικής ισχύος ή, ακόμη, και της οικονομικής και ενεργειακής επιρροής. Ωστόσο, πολλές είναι οι περιπτώσεις όπου μία τέτοια προσέγγιση ίσως να είναι στην πραγματικότητα ανεπαρκής.
Μία από τις παραμέτρους που διαμορφώνει, νομιμοποιεί, βοηθά στην επικοινωνία και την υλοποίηση της εξωτερικής πολιτικής είναι η πολιτική κουλτούρα. Το σύνολο δηλαδή των αξιών, των πεποιθήσεων και των στάσεων που οι πολίτες σχηματίζουν απέναντι στην εξουσία, τους θεσμούς και το πολιτικό σύστημα της χώρας τους. Είναι γενικά παραδεκτό ότι η πολιτική κουλτούρα δεν είναι στατική. Αλλά εξελίσσεται, μεταλλάσσεται και προσαρμόζεται δυναμικά. Η εν λόγω αλλαγή δε συντελείται πάντοτε με τον ίδιο τρόπο και τα ίδια μέσα. Μπορεί να είναι φυσική και σταδιακή στο διάβα του χρόνου (δημοκρατική κουλτούρα στη Δυτική Ευρώπη). Συχνά όμως είναι βίαιη και καθοδηγούμενη από τις πολιτικές ελίτ , top-down (όπως συμβαίνει σε αυταρχικά καθεστώτα μέσω της εκπαίδευσης, των ΜΜΕ και της κρατικής πρακτικής γενικά). Όπως προαναφέρθηκε, η πολιτική κουλτούρα ευνοεί την ανάπτυξη προσεγγίσεων και στρατηγικών, τόσο στην εσωτερική όσο και στην εξωτερική πολιτική. Ακριβέστερα, σε εσωτερικό επίπεδο διαμορφώνει αποδεκτές πρακτικές και στάσεις των πολιτών απέναντι στους θεσμούς και την πολιτική ηγεσία. Σε εξωτερικό επίπεδο νομιμοποιεί στρατηγικές αποφάσεις όπως οι στρατιωτικές παρεμβάσεις, η χρήση της ιστορίας για την άσκηση επιρροής και άλλα.
Στο πλαίσιο αυτό ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η Τουρκία και η διαμόρφωση των προσεγγίσεών της στην εξωτερική πολιτική, του Κεμαλισμού (1923-1980) και του Νεοοθωμανισμού (2002-). Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι η μεταβατική περίοδος 1980-2002 χαρακτηρίζεται από αμφίρροπες τάσεις στην εξωτερική πολιτική.
Κεμαλισμός, ο παλιός πυλώνας.

Γενικά.
Η περίοδος του Κεμαλισμού (1923-1980) αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της αλληλεπίδρασης της πολιτικής κουλτούρας, της ιδεολογίας και της εξωτερικής πολιτικής. Με την διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και την ίδρυση της Τουρκικής Δημοκρατίας (1923) από τον Μουσταφά Κεμάλ (Ατατούρκ), οι κοινωνικές και πολιτικές ελίτ έθεσαν σε εφαρμογή την επιβολή μίας νέας “top-down” πολιτικής κουλτούρας. Η χρήση της εκπαίδευσης, της νομοθεσίας, των ΜΜΕ, της επιστήμης και άλλων υπήρξε καθοριστική για τη διαδικασία αυτή. Αυτή η πολιτική κουλτούρα συγκροτήθηκε ταυτόχρονα και σε άμεση συνάρτηση με τη νέα κρατική ιδεολογία, ώστε να νομιμοποιήσει διαχρονικά το κεμαλικό καθεστώς. Ειδικότερα, η πολιτική κουλτούρα στην Τουρκία δεν εδραιώθηκε νωρίτερα από την ιδεολογία του Κεμαλισμού. Δηλαδή δεν «προετοίμασε το έδαφος» όπως συνήθως συμβαίνει, επιβλήθηκε βίαια στο ίδιο διάστημα. Αυτό γίνεται σαφές και σε επίπεδο ανάλυσης. Τα βασικά χαρακτηριστικά της πολιτικής κουλτούρας της περιόδου αυτής βρίσκονται σε στενή συνάφεια με τις ιδεολογικές αρχές του Κεμάλ (Έξι Βέλη): τον ρεπουμπλικανισμό, τον λαϊκισμό, τον κρατισμό, τον εθνικισμό, τον ρεφορμισμό και την κοσμικότητα. Πάντως, σημαντικό είναι ότι ακόμη και όταν ο παραδοσιακός εκφραστής του Κεμαλισμού στην πολιτική σκηνή, το Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα-“CHP”, άρχισε να χάνει το κοινωνικό/εκλογικό του έρεισμα (ήδη από τη δεκαετία του 1950), η πολιτική κουλτούρα που είχε επιβληθεί ήδη από την ίδρυση της Τουρκίας παρέμεινε βασικό στοιχείο νομιμοποίησης του Κεμαλισμού και συνέχισε να καθορίζει σε μεγάλο βαθμό την πολιτική ακόμη και σε περιόδους έντονων κομματικών διαμαχών, οι οποίες όμως εξελίσσονταν στο ήδη καθορισμένο πλαίσιο.
Εξωτερική πολιτική.
Στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής ο Κεμαλισμός νομιμοποιήθηκε διαχρονικά από την υφιστάμενη πολιτική κουλτούρα. Στην ουσία η ιδεολογία όριζε τις βασικές κατευθύνσεις. Συνάμα η πολιτική κουλτούρα που είχε επιβληθεί στο κοινωνικό σώμα διευκόλυνε την αποδοχή και την εφαρμογή αυτών των στρατηγικών επιλογών. Πιο συγκεκριμένα, η προσέγγιση αυτή πρέσβευε τη συγκρότηση ενός κοσμικού, δυτικά προσανατολισμένου κράτους με έμφαση στην ουδετερότητα, τη διατήρηση των εθνικών συνόρων και την αποφυγή αναθεωρητικών τάσεων (“Peace at home, peace in the world”, Μ.Κ. Ατατούρκ). Στο πλαίσιο αυτό, η Τουρκία επιδίωξε να παρουσιαστεί ως ένα σύγχρονο, κοσμικό και ευρωπαϊκό κράτος με ένταξη σε δυτικές συμμαχίες (ΝΑΤΟ) και οικονομικές δομές (χαρακτηριστική υπήρξε η επί πολλές δεκαετίες προσπάθεια ένταξης στην ΕΟΚ), να διασφαλίσει την περιφερειακή σταθερότητα και να διατηρήσει την αυτοσυγκράτησή της απέναντι σε γειτονικά κράτη (αν και σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως η κρίση της Κύπρου, η αυτοσυγκράτηση δεν κατέστη πλήρως εφικτή).
Μεταβατική περίοδος (1980-2002).
Γενικά.
Η περίοδος 1980-2002 αποτελεί μία μεταβατική και αμφίρροπη φάση στην τουρκική εξωτερική πολιτική. Η πολιτική κουλτούρα και η ιδεολογία του Κεμαλισμού εξακολουθούν να υφίστανται ως θεσμικό και αξιακό πλαίσιο. Ωστόσο, δεν διατηρούν την απόλυτη κυριαρχία στη δημόσια σφαίρα. Μάλιστα, η εν λόγω περίοδος θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως φάση «ιδεολογικής και πολιτισμικής εκκρεμότητας». Η πολιτική κουλτούρα παρέμενε κεμαλική σε θεσμικό επίπεδο, αλλά άρχιζε να αμφισβητείται κοινωνικά. Έτσι, παρά το γεγονός ότι ο Κεμαλισμός παρέμεινε ο επίσημος πυλώνας του τουρκικού κράτους, ιδίως μέσω του στρατού, του γραφειοκρατικού μηχανισμού και των δικαστηρίων (πράγμα που αποδείχθηκε και στο στρατιωτικό πραξικόπημα του 1980), νέες κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις κριτικές προς τον δυτικισμό και την αυστηρή κοσμικότητα έκαναν την εμφάνισή τους. Σημαντικότερη από αυτές τις δυνάμεις ήταν εκείνη του Πολιτικού Ισλάμ με κύριο εκφραστή τον Ν. Ερμπακάν και το «Κόμμα Ευημερίας» (Refah Partisi) του οποίου υπήρξε ηγέτης. Η κυβερνητική αστάθεια της περιόδου αυτής με αποκορύφωμα το «μεταμοντέρνο πραξικόπημα» του 1997 ανέδειξε τα βαθύτατα ιδεολογικά ρήγματα μεταξύ του παραδοσιακού πλέον κοσμικού Κεμαλισμού και του Πολιτικού Ισλάμ που αντλούσε νομιμοποίηση από τη θρησκεία και το οθωμανικό παρελθόν.
Εξωτερική πολιτική.
Στην εξωτερική πολιτική η σύγκρουση των δύο κόσμων αποτυπώθηκε με μία έντονη στρατηγική ασάφεια άνευ προηγουμένου για τη χώρα. Η Τουρκία παρέμενε ενταγμένη στο δυτικό στρατηγικό πλαίσιο τόσο στρατιωτικά όσο και οικονομικά. Ήταν μέλος του ΝΑΤΟ από το 1952 και κατέβαλε συστηματικές προσπάθειες για την ένταξη στην ΕΟΚ. Παράλληλα όμως ξεκίνησε να δείχνει έντονο ενδιαφέρον για τη θέση της στη Μέση Ανατολή και τον ευρύτερο ισλαμικό κόσμο (π.χ. ίδρυση σχήματος D-8 από τον Ερμπακάν και ρητορική στο Παλαιστινιακό ζήτημα). Η διττή αυτή εξωτερική πολιτική αντανακλά πλήρως την προαναφερθείσα «ιδεολογική και πολιτισμική εκκρεμότητα». Παράλληλα όμως προαναγγέλλει την στροφή/μετασχηματισμό της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής μετά το 2002.
Πολιτικό Ισλάμ και AKP, ο μετασχηματισμός του Τουρκικού Κράτους.
Σημασία νίκης AKP και λόγοι ανάδειξής του σε κυρίαρχο κόμμα.

Το 2002 αποτελεί έτος καμπή στην τουρκική πολιτική ιστορία. Το AKP (Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης ή «Λευκό Κόμμα») του Ρ. Τ. Ερντογάν αναλαμβάνει την ηγεσία στην Τουρκία. Το AKP υπήρξε το πρώτο κόμμα στην ιστορία της σύγχρονης Τουρκίας με σαφώς ισλαμικές καταβολές το οποίο κατόρθωσε όχι μονάχα να αναλάβει την εξουσία (όπως λ.χ. ο Ερμπακάν), αλλά και να κερδίσει αυτοδυναμία στις εκλογές και να εδραιωθεί ως σταθερή πολιτική δύναμη για περισσότερο από είκοσι (20) χρόνια πλέον. Είναι σαφές ότι το AKP αναδείχθηκε στην εξουσία ως αποτέλεσμα της συσσωρευόμενης για πολλά έτη κοινωνικής κόπωσης απέναντι στον Κεμαλισμό. Πρόκειται για την εκλογική αποτύπωση μίας προϋπάρχουσας ιδεολογικής φθοράς και μίας συνεχούς κοινωνικής και πολιτικής αναδιάταξης (ήδη από το 1980). Πιο συγκεκριμένα, η φιλελευθεροποίηση της οικονομίας υπό τον Τουργκούτ Οζάλ συνέβαλε καθοριστικά στην οικονομική άνοδο των συντηρητικών κοινωνικών στρωμάτων της Ανατολίας («Τίγρεις της Ανατολίας»), θέτοντας τα θεμέλια για τη μεταγενέστερη πολιτικοποίησή τους. Επιπλέον, το ίδιο το κράτος από τη δεκαετία του ‘80 συνήθισε να χρησιμοποιεί τη θρησκεία ως κοινωνικό ανάχωμα απέναντι στην «κομμουνιστική απειλή», νομιμοποιώντας έτσι ακούσια την παρουσία του Ισλάμ στη δημόσια σφαίρα. Τέλος, το «πείραμα Ερμπακάν» απέδειξε ότι υπήρχε ένα ενεργό και συμπαγές εκλογικό σώμα έτοιμο να στηρίξει το Πολιτικό Ισλάμ.
Σχέση μεταξύ Πολιτικού Ισλάμ, πολιτικής κουλτούρας και εξωτερικής πολιτικής
Tο Πολιτικό Ισλάμ σε αντίθεση με τον Κεμαλισμό δεν ανέπτυξε μία εκ θεμελίων νέα πολιτική κουλτούρα για ιδίους σκοπούς. Αξιοποίησε τις παραδοσιακές συμπεριφορές, στάσεις, αξίες και πεποιθήσεις του πληθυσμού που ο Κεμαλισμός δεν κατόρθωσε ποτέ πραγματικά να εξαλείψει σε κοινωνικό επίπεδο. Χρησιμοποίησε δηλαδή την εξωθεσμική ηγεμονία του Ισλάμ στην τουρκική κοινωνία προκειμένου να κερδίσει εκλογικό έρεισμα (bottom-up).
Ωστόσο, το Πολιτικό Ισλάμ με το AKP δεν αρκέστηκε αποκλειστικά σε μία “bottom-up” λογική νομιμοποίησης. Η κουλτούρα αυτή σταδιακά μετανάστευσε και σε επίπεδο θεσμών και κράτους. Αυτό επιτεύχθηκε μέσω της εκπαίδευσης, των ΜΜΕ, του Diyanet (οργανισμός θρησκευτικών υποθέσεων), της ιστορικής μνήμης και της εξωτερικής πολιτικής.
Όσον αφορά στην τουρκική εξωτερική πολιτική αυτή νοηματοδοτήθηκε αρχικά από το Πολιτικό Ισλάμ. Στη συνέχεια αυτή υπήρξε πεδίο άρθρωσης, εκτέλεσης, θεσμοποίησης και αναπαραγωγής του. Είναι σημαντικό να τονισθεί ότι για ορισμένο χρονικό διάστημα η Τουρκία συνέχισε να ακολουθεί τον κεμαλικό δρόμο σε εξωτερικά ζητήματα (ακόμη και μετά την εκλογή του AKP). Η κατάσταση αυτή όμως ανετράπη σταδιακά.
Οι νέες στρατηγικές επιλογές της Τουρκίας.
Η παραπάνω διαδικασία αναθεώρησης και μεταστροφής καθίσταται σαφής μέσα από εμπειρικά παραδείγματα και στρατηγικές επιλογές στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής.
Νεοοθωμανική αφήγηση και αναδιαμόρφωση της ιστορικής μνήμης.
Από το 2002 και έπειτα παρατηρείται μία τάση αναδιαμόρφωσης της ιστορικής μνήμης στην Τουρκία. Η Τουρκία σταδιακά παύει να αντιλαμβάνεται τον εαυτό της ως ένα δημοκρατικό κράτος με κεμαλικό ιδεολογικό υπόβαθρο. Η οθωμανική περίοδος παύει να αποτελεί παράδειγμα προς αποφυγή και επανανοηματοδοτείται θετικά, όχι ως εμπόδιο εκσυγχρονισμού και εξευρωπαϊσμού, όπως στην κεμαλική ρητορική, αλλά ως πηγή αυτοκρατορικού κύρους, «μεσσιανικής» αποστολής και διεθνούς ρόλου. Το κράτος προβάλλεται ως κληρονόμος μίας ιστορικής, πολιτισμικής και πολιτικής σφαίρας επιρροής που εκτείνεται στα εδάφη της πρώην Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η παραπάνω μετατόπιση δε συντελείται μόνο σε επίπεδο ρητορικής. Λειτουργεί ως το ιδεολογικό υπόβαθρο για την άσκηση πιο ενεργητικής, εξωστρεφούς και σε πολλές περιπτώσεις παρεμβατικής εξωτερικής πολιτικής (βλέπε Συρία).
Η Νεοοθωμανική προσέγγιση αποκτά συγκεκριμένο περιεχόμενο κυρίως στα εδάφη της Μέσης Ανατολής. Αυτό συμβαίνει διότι η περιοχή κατοικείται κυρίως από μουσουλμανικούς πληθυσμούς, πράγμα που καθιστά τη σύνδεση με το τελευταίο χαλιφάτο πιο ζωντανή. Επιπλέον, η Μ. Ανατολή ταλανίζεται συνεχώς από κυβερνητική και πολιτική αστάθεια. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η στήριξη που προσέφερε η Τουρκία στη Μουσουλμανική Αδελφότητα (οργάνωση με σαφώς ισλαμικές καταβολές και περιεχόμενο) ως φορέα πολιτικών αξιών και στρατηγικής επιρροής. Μία απόφαση που παραβίασε τον κεμαλικό πραγματισμό και την αρχή της «μη ανάμειξης» και έφερε την Τουρκία αντιμέτωπη με χώρες όπως τα ΗΑΕ, η Σαουδική Αραβία και η Αίγυπτος.
“Diyanet”, η τουρκική ήπια ισχύς.
Η θεσμική νομιμοποίηση του Πολιτικού Ισλάμ στην τουρκική εξωτερική πολιτική δεν επιτεύχθηκε αποκλειστικά με εργαλεία ωμής ισχύος. Σημαντικός υπήρξε ο ρόλος της ήπιας ισχύος (soft power) , η οποία σε μεγάλο βαθμό εκφράστηκε από τον “Diyanet”. Αυτός διαχρονικά εξελίχθηκε από εσωτερικό κρατικό μηχανισμό ελέγχου της θρησκείας σε πολύτιμο εργαλείο εξωτερικής θρησκευτικής διπλωματίας. Μέσω της καλλιέργειας δεσμών με μουσουλμανικές κοινότητες του εξωτερικού, της χρηματοδότησης και κατασκευής τεμενών και αποστολής ιερέων, η Τουρκία κατόρθωσε να αξιοποιήσει το Ισλάμ ως εργαλείο πολιτικής επιρροής και προβολής ισχύος σε γειτονικά και μη κράτη.
Ρήξη με τον ευρωπαϊκό δρόμο, επιλεκτικός αναθεωρητισμός και «Γαλάζια Πατρίδα».
Η αυτονόμηση της Τουρκίας στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής κορυφώνεται με τη ρήξη με τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό και με την ανάδειξη ενός επιλεκτικού αναθεωρητισμού. Η ένταξη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση έπαψε σταδιακά να αποτελεί βασική επιδίωξη της εξωτερικής πολιτικής της χώρας. Αυτό έδωσε την αφορμή για την ενίσχυση των αναθεωρητικών τάσεων και την προβολή της χώρας ως μίας αυτόνομης περιφερειακής δύναμης. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας» (Mavi Vatan), που εδώ και χρόνια κυριαρχεί στον τουρκικό πολιτικό λόγο. Πιο συγκεκριμένα, το δόγμα εκφράζει μία νέα αναθεωρητική αντίληψη της θαλάσσιας κυριαρχίας στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, θέτοντας έτσι σε κίνδυνο τα κυριαρχικά δικαιώματα των εμπλεκόμενων χωρών (Ελλάδας και Κυπριακής Δημοκρατίας). Είναι σημαντικό το γεγονός ότι αν και το δόγμα δεν προέρχεται άμεσα από τον χώρο του Πολιτικού Ισλάμ, νοηματοδοτείται και ενσωματώνεται ενεργά από το AKP, αποτυπώνοντας τη σύνθεση του Πολιτικού Ισλάμ και του Τουρκικού Εθνικισμού (Türk-İslam).
Ανακεφαλαίωση.
Η εξέλιξη της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής από τον Κεμαλισμό στην εποχή του Νεοοθωμανισμού και του γενικότερου αναθεωρητισμού είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα. Αποδεικνύει εμπειρικά ότι η πολιτική κουλτούρα αποτελεί κεντρικό παράγοντα νομιμοποίησης, προσανατολισμού και αναπαραγωγής στρατηγικών επιλογών σε κάθε επίπεδο. Στην Τουρκία, η επιβολή μιας top-down κεμαλικής πολιτικής κουλτούρας έθεσε τα θεμέλια για μία φιλοδυτική, κοσμική κατεύθυνση, ενώ η μεταγενέστερη άνοδος του Πολιτικού Ισλάμ και η νεοοθωμανική στροφή ανέδειξαν τη σημασία των bottom-up κοινωνικών αξιών και της ιστορικής μνήμης ως μοχλών εξωτερικής επιρροής.
Η μετάβαση αυτή υπογραμμίζει ότι η εξωτερική πολιτική δεν μπορεί να ερμηνευθεί αποκλειστικά με όρους στρατιωτικής ή οικονομικής ισχύος. Οι αξίες, οι πεποιθήσεις και οι κοινωνικές στάσεις διαμορφώνουν αφενός την εσωτερική νομιμοποίηση και αφετέρου καθορίζουν τον βαθμό ευελιξίας του αναθεωρητισμού στη διεθνή σκηνή. Στην περίπτωση της Τουρκίας η σύνθεση του Πολιτικού Ισλάμ και του τουρκικού εθνικισμού, η ολιστική αναδιαμόρφωση της ιστορικής μνήμης και η αξιοποίηση εργαλείων άσκησης ήπιας ισχύος επιβεβαιώνουν τη στρατηγική ισχύ της πολιτικής κουλτούρας, τόσο σε κοινωνικό όσο και σε κρατικό επίπεδο.
Τελικά, η περίπτωση της Τουρκίας αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς η πολιτική κουλτούρα και η ιδεολογία δεν είναι απλώς δευτερεύοντες παράγοντες, αλλά ουσιαστικοί συντελεστές στη διαμόρφωση και υλοποίηση της εξωτερικής πολιτικής του κράτους.
Ηλεκτρονικές πηγές:
https://www.britannica.com/topic/political-culture
https://www.principlebasedmanagement.com/en/principles-in-brief/bottom-up-vs–top-down\
https://www.sciencedirect.com/science/article/abs/pii/S2214629622004273
https://www.britannica.com/topic/Kemalism
https://www.mfa.gov.tr/turkish-foreign-policy-during-ataturks-era.en.mfa
https://www.jstor.org/stable/25816468
https://esiweb.org/pdf/esi_turkey_tpq_vol7_no3_nicholas_danforth.pdf
https://www.esiweb.org/pdf/news_id_412_5%20-%20Article%20Kemal%20Kirisci.pdf
https://www.jstor.org/stable/4541699
https://www.counterextremism.com/extremists/necmettin-erbakan
https://dspace.lib.uom.gr/bitstream/2159/15364/3/KoumlidouGesthimaniMsc2012.pdf
https://www.journalofdemocracy.org/articles/islamist-parties-and-democracy-turkeys-akp-in-power
https://www.meforum.org/diyanet-tool-for-turkish-soft-power-in-germany
