Το πρωί της εικοστής δευτέρας Ιανουαρίου 1905 οι δρόμοι της Αγίας Πετρούπολης είχαν κατακλυστεί από άοπλους εργάτες με απαιτήσεις για καλύτερες συνθήκες εργασίας και πολιτικές μεταρρυθμίσεις.
Η πορεία με πρωτοστάτη τον ιερέα Γκεόργκι Γκαπόν κατευθυνόταν προς το Χειμερινό Ανάκτορο, την κατοικία του τότε Τσάρου Νικολάου Β’ της Ρωσίας. Εκείνο όμως που ξεκίνησε απλώς ως μία ειρηνική διαμαρτυρία εξελίχθηκε ταχύτατα σε μία αιματηρή σύρραξη, η οποία μέτρησε εκατοντάδες νεκρούς και τραυματίες. Η σφαγή που διεπράχθη την ημέρα εκείνη έμεινε γνωστή στην ιστορία ως ”Ματωμένη Κυριακή”. Η διαμαρτυρία αυτή οδήγησε στην επανάσταση του 1905, καθώς ανέδειξε στην ουσία τις διάφορες παθογένειες της τσαρικής εξουσίας, οι οποίες θα αποτελέσουν και το πάτημα για τις μελλοντικές επαναστάσεις του 1917. Το συγκεκριμένο άρθρο, λοιπόν, αποσκοπεί στην διερεύνηση των αιτίων, των βασικών γεγονότων και των συνεπειών της εξέγερσης του 1905, της ”πρόβας τζενεράλε” των γεγονότων του 1917.
Προτού εξετάσουμε τα κύρια αίτια της επανάστασης του 1905 οφείλουμε να κατανοήσουμε ότι οι επαναστάσεις εν γένει δημιουργούνται μέσα από τη λαϊκή δυσαρέσκεια, η οποία σταδιακά ,μέσω ποικίλων γεγονότων, μετουσιώνεται σε οργή. Θα ήταν επομένως εύλογο να διαχωρίσουμε τα αίτια της σε μακροπρόθεσμα, σε εκείνα δηλαδή που προκαλούσαν σε βάθος χρόνου τη δυσφορία των υπηκόων, και σε βραχυπρόθεσμα, εκείνα που στην πράξη αποτέλεσαν την αφορμή προκειμένου να εκφραστεί η δυσαρέσκεια αυτή.
ΜΑΚΡΟΠΡΌΘΕΣΜΑ ΑΊΤΙΑ ΤΗΣ ΕΠΑΝΆΣΤΑΣΗΣ
Όσον αφορά στα μακροπρόθεσμα αίτια, αυτά είχαν τις ρίζες τους τόσο στην οικονομική και κοινωνική πολιτική του τσαρικού καθεστώτος όσο και στις καθαρά πολιτικές αποφάσεις της αυλής.
Η ρωσική κοινωνία της τότε εποχής απαρτιζόταν κατά βάση από χωρικούς και αγρότες, ενώ το ποσοστό των εργατών παρέμενε σχετικά μικρό λόγω της υπανάπτυκτης βιομηχανίας.
Οι αγρότες υπέφεραν εξαιτίας του απαρχαιωμένου συστήματος φορολόγησης, το οποίο ακολουθούσε φεουδαρχικές πρακτικές. Ακριβέστερα, το κράτος δεν είχε ακόμη αναπτύξει μηχανισμούς φορολόγησης του εισοδήματος, αντίθετα φορολογούσε την ίδια την παραγωγή των αγροτών. Η κατάσταση αυτή επιδεινωνόταν σε εποχές που η παραγωγή ήταν μειωμένη λόγω κακής σοδειάς, πράγμα που σήμαινε ότι οι καλλιεργητές υποχρεώνονταν να παραχωρήσουν στο κράτος τα ήδη ελάχιστα τρόφιμα που διέθεταν. Το παραπάνω είχε ως αποτέλεσμα το ξέσπασμα λιμών, αλλά και εξεγέρσεων σε διάφορες αγροτικές περιοχές της αυτοκρατορίας (π.χ. ο λιμός του 1891-1892 και οι επακόλουθες λαϊκές αντιδράσεις στην κεντρική και νότια Ρωσία). Επιπρόσθετα, η συντριπτική πλειονότητα των αγροτών της αυτοκρατορίας κατά την εποχή εκείνη ήταν προσφάτως απελευθερωμένοι δουλοπάροικοι. Είναι σημαντικό να αναφέρουμε ότι ο θεσμός των κολίγων στη Ρωσία καταργήθηκε μόλις το 1861 επί Αλεξάνδρου Β’. Η κατ’ επίφαση απελευθέρωση των αγροτών οδήγησε σε μία νέα μορφή δουλείας, αυτή τη φορά οικονομική. Το κράτος είχε εξαγοράσει εδάφη από τους πλούσιους γαιοκτήμονες, τα οποία εν τέλει διαμοίρασε στους πάλαι ποτέ δουλοπάροικους (συνολικά διανεμήθηκαν περίπου 20 εκατομμύρια εκτάρια γης). Οι καλλιεργητές με τη σειρά τους όφειλαν να αποπληρώσουν στο κράτος το κόστος των νεοαποκτηθέντων τμημάτων γης, μία πρακτική που σε συνδυασμό με την αβάσταχτη φορολογία δυσχέρανε ακόμη περισσότερο τις συνθήκες ζωής του αγροτικού πληθυσμού.
Η προσπάθεια ανάπτυξης της εγχώριας βιομηχανίας κατά τα τέλη του 19ου αιώνα οδήγησαν σε ραγδαία αύξηση των εργατών στα μεγάλα αστικά κέντρα (κυρίως στην Αγ. Πετρούπολη και στη Μόσχα). Ωστόσο, οι υποδομές των μεγαλουπόλεων σε καμία περίπτωση δεν επαρκούσαν προκειμένου να δεχτούν τον υπέρογκο αριθμό ανθρώπων που συνεχώς κατέφθαναν στα αστικά κέντρα. Οι συνθήκες διαβίωσης ήταν άθλιες, καθώς πολλοί εργάτες φιλοξενήθηκαν σε κοινόχρηστα διαμερίσματα, ενώ οι πιο άτυχοι αναγκάζονταν να διανυκτερεύουν στα εργοστάσια όπου εργάζονταν. Οι συνθήκες εργασίας ήταν εξίσου άθλιες με τις συνθήκες διαβίωσης. Παρά τις όποιες προσπάθειες του Τσάρου για εξυγίανση της κατάστασης, δεν υπήρχαν μηχανισμοί για τη διασφάλιση των μισθών και την επιβολή μέτρων ασφαλείας. Παράλληλα, η μέρα εργασίας παρέμενε ,τουλάχιστον στην πράξη, στις 11,5 ώρες, ενώ σε άλλα ευρωπαϊκά κράτη είχε μειωθεί σε 10 εργατοώρες. Τέλος, στις αρχές τις δεκαετίας του 1900 η ρωσική αυτοκρατορία χτυπήθηκε από οικονομική κρίση, η οποία οδήγησε σε έλλειψη θέσεων εργασίας. Η κατάσταση αυτή επιδεινωνόταν δραματικά από τη διαρκή εισροή εργατών στις πόλεις, γεγονός που αύξησε τον ανταγωνισμό στην αγορά εργασίας και κατά συνέπεια όξυνε τις κοινωνικές διαφορές.
ΒΡΑΧΥΠΡΌΘΕΣΜΑ ΑΊΤΙΑ ΤΗΣ ΕΠΑΝΆΣΤΑΣΗΣ
Προχωρώντας στα βραχυπρόθεσμα αίτια, είναι απαραίτητο να αναφερθούμε στον ρωσοϊαπωνικό πόλεμο του 1904-1905, ο οποίος έληξε με ταπεινωτική ήττα της Ρωσίας.
Οι γενικότερες συνθήκες που επικρατούσαν στην αυτοκρατορία στις αρχές του 20ου αιώνα ώθησαν τον Τσάρο σε δραστικά μέτρα απέναντι στην ανταγωνιστική Ιαπωνία. Ειδικότερα, η οικονομική κατάσταση που επικρατούσε στη χώρα σε συνδυασμό με τις λαϊκές αντιδράσεις κατά του Τσάρου ώθησαν ορισμένους αξιωματούχους στη σκέψη ότι “Προκειμένου να αποτρέψουμε την επανάσταση, χρειαζόμαστε έναν γρήγορο και νικηφόρο πόλεμο” (Β. Φον Πλέχβε). Παρά τις όποιες εκτιμήσεις των υψηλόβαθμων στελεχών της κυβέρνησης, ο πόλεμος αυτός στην πραγματικότητα θα ενίσχυε τη δυσαρέσκεια και την επακόλουθη ριζοσπαστικοποίηση των διάφορων λαϊκών στρωμάτων. Επιπροσθέτως, οφείλουμε να τονίσουμε ότι η ριζοσπαστικοποίηση αυτή τροφοδοτήθηκε σε μεγάλο βαθμό από ποικίλες ομάδες διανοούμενων μαρξιστών (Β. Λένιν, Λ. Τρότσκι) και φιλελευθέρων (Π. Μιλιουκόφ), οι οποίες είχαν ξεκινήσει να δραστηριοποιούνται στη Ρωσία από τα τέλη του 19ου αιώνα.
Σε μία προσπάθεια να αντιμετωπιστεί η γενική δυσαρέσκεια στη χώρα, ο υπουργός εσωτερικών Φον Πλέχβε υποστήριξε την ίδρυση της “Συνέλευσης των Ρώσων Εργατών”,
ενός συνδικαλιστικού οργάνου με έδρα την Αγία Πετρούπολη και πρωτοστάτη τον Γ. Γκαπόν, έναν ορθόδοξο ιερέα από την Ουκρανία. Στα τέλη του 1904, τέσσερις συνδικαλιστές απολύθηκαν από το εργοστάσιο “Πουτίλοφ” της Αγ. Πετρούπολης. Ο Γκαπόν κάλεσε τους συνδικαλιστές σε δράση, προκαλώντας μαζικές διαδηλώσεις που ξεπέρασαν σε αριθμό τις εκατό χιλιάδες ανθρώπους. Παρά τις ειρηνικές προθέσεις των διαδηλωτών, στρατιώτες άρχισαν να καταφθάνουν στην πρωτεύουσα προκειμένου να ενισχύσουν τις τοπικές μονάδες διατήρησης τάξης. Στις 22 Ιανουαρίου 1905, ο Γ. Γκαπόν ηγήθηκε της διαδήλωσης που έλαβε χώρα εκείνη την ημέρα στην πρωτεύουσα. Στα χέρια του κρατούσε μία λίστα με αιτήματα των εργαζομένων για βελτίωση των συνθηκών ζωής και την επιβολή οκτάωρης εργασίας. Η διαδήλωση κατεστάλη βίαια, μετρώντας περισσότερους από εκατό νεκρούς και εκατοντάδες τραυματίες.
ΠΟΙΚΙΛΟΜΟΡΦΊΑ ΑΠΑΙΤΉΣΕΩΝ ΚΑΙ ΟΙ ΔΙΆΦΟΡΟΙ ΔΡΏΝΤΕΣ
Διαδήλωση στο αυτοκρατορικό ινστιτούτο της Αγ. Πετρούπολης (18 Οκτωβρίου 1905)
Όπως προαναφέρθηκε, η ματωμένη Κυριακή προκάλεσε μαζικές αντιδράσεις ευρέων τμημάτων του πληθυσμού. Κινητοποιήσεις παρατηρήθηκαν στις τάξεις των εργατών, των αγροτών αλλά και του στρατού, ενώ παράλληλα δραστηριοποιήθηκαν έντονα διάφορες φιλελεύθερες και σοσιαλιστικές ομάδες.
Λαμβάνοντας, λοιπόν, υπόψη την ποικιλομορφία που είχε διαμορφωθεί, οφείλουμε να κατανοήσουμε ότι η επανάσταση αυτή δεν ήταν κεντρικά οργανωμένη από ένα πρόσωπο ή ένα κόμμα (όπως παραδείγματος χάρη η Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917), αλλά αποτελούσε ένα σύνολο μικρών εξεγέρσεων που οργανώθηκαν από διαφορετικές ομάδες με κάθε μία από αυτές να προωθεί τα δικά της ξεχωριστά αιτήματα.
ΠΟΙΚΙΛΟΜΟΡΦΊΑ ΑΠΑΙΤΉΣΕΩΝ ΚΑΙ ΟΙ ΔΙΆΦΟΡΟΙ ΔΡΏΝΤΕΣ
Οι αγρότες επιχείρησαν διάσπαρτες εξεγέρσεις κυρίως στην Ουκρανία, τη Γεωργία και τη κεντρική Ρωσία, κατά τη διάρκεια των οποίων σημειώθηκαν επιθέσεις σε γαιοκτήμονες και απόπειρες κατάσχεσης των περιουσιακών τους στοιχείων. Απώτερος στόχος των καλλιεργητών ήταν η ονομαζόμενη “αγροτική μεταρρύθμιση”, καθώς και η απαλλαγή τους από τα χρέη που όφειλαν να αποπληρώσουν στο κράτος. Οι εργάτες των μεγαλουπόλεων με τη σειρά τους οργάνωσαν διαδηλώσεις και απεργίες, σχηματίζοντας παράλληλα (με τη στήριξη των μαρξιστών) τα “Σοβιέτ” προκειμένου να συντονίσουν τις δράσεις τους. Η δημιουργία των συντονιστικών “Σοβιέτ” υπήρξε η πρώτη ουσιαστική απόπειρα των σοσιαλιστών να εμπλακούν πιο έντονα στην πολιτική σκηνή και να επηρεάσουν τις εξελίξεις. Βασική μέριμνά τους υπήρξε η αύξηση των μισθών, η βελτίωση των συνθηκών εργασίας, αλλά και η πολιτική αντιπροσώπευσή τους. Μεγάλη υπήρξε και η συμβολή των στρατιωτικών που στασίαζαν ώστε να προωθήσουν τα αιτήματά τους κατά της στυγνής πειθαρχίας στο στράτευμα. Οι πιο έντονες αντιδράσεις σημειώθηκαν στις τάξεις των ναυτικών, οι οποίοι οργάνωσαν την “ανταρσία του πλοίου Ποτέμκιν” (14 Ιουνίου 1905), καλώντας τον λαό σε εξέγερση εναντίον του Τσάρου. Αργότερα παρατηρήθηκαν και άλλες παρόμοιες εξεγέρσεις στον στόλο της Βαλτικής, την Κρονστάνδη και το Βλαδιβοστόκ. Οι φιλελεύθεροι κινητοποιήθηκαν επίσης, προωθώντας τη δημιουργία του “Μανιφέστου του Οκτωβρίου” και απαιτώντας την εγκαθίδρυση συνταγματικού/κοινοβουλευτικού καθεστώτος στη χώρα. Είναι σημαντικό να τονίσουμε ότι οι φιλελεύθεροι δεν προσπάθησαν να προωθήσουν τα αιτήματά τους μέσω της βίας. Τέλος, οι μαρξιστικές ομάδες ενίσχυσαν τη δράση τους υποστηρίζοντας και οργανώνοντας απεργίες και διαδηλώσεις μέσω των νεοδημιουργηθέντων Σοβιέτ (π.χ. η εξέγερση στη Μόσχα). Οι μαρξιστές δεν διατηρούσαν κάποιον κοινό στόχο, καθώς άλλοι προωθούσαν τη σταδιακή μεταρρύθμιση και σοσιαλιστικοποίηση του κράτους, ενώ άλλοι υποστήριζαν την ριζική ανατροπή των κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών δομών που επικρατούσαν μέχρι τότε στην Ρωσία.
Είναι ιδιαίτερα δύσκολο να εξάγουμε συμπεράσματα για το εάν η επανάσταση του 1905 εν τέλει κατάφερε να πετύχει τους σκοπούς της.
Οπωσδήποτε, δεν πρέπει να παραβλέπουμε το γεγονός ότι οι δρώντες ήταν πολλοί και ότι η κάθε ομάδα είχε τα δικά της ξεχωριστά αιτήματα. Μέχρι τις αρχές του 1906 ο Τσάρος κατόρθωσε να αποκαταστήσει την τάξη με τη βοήθεια του στρατού. Η εξέγερση στη Μόσχα κατεπνίγη, ενώ παράλληλα ακολούθησε ένα κύμα μαζικών συλλήψεων, στρατιωτικών δικαστηρίων και εκτελέσεων σε όλη την αυτοκρατορία. Οι διάφοροι μαρξιστές ιδεολόγοι συνελήφθησαν ή εξορίστηκαν στην ύπαιθρο.
ΟΙ ΚΑΡΠΟΊ ΤΗΣ ΕΠΑΝΆΣΤΑΣΗΣ
Ωστόσο, οφείλουμε να τονίσουμε ότι η επανάσταση, αν και αρχικά ανοργάνωτη, πέτυχε ορισμένες αξιώσεις της, αναδεικνύοντας τις παθογένειες του τσαρικού καθεστώτος και προετοιμάζοντας το έδαφος για τα γεγονότα του 1917.
Παρά την αρχικά αδιάλλακτη στάση του Τσάρου απέναντι στους επαναστάτες, εν τέλει υποχρεώθηκε σε υποχωρήσεις προκειμένου να κατευνάσει τις λαϊκές αντιδράσεις. Στις 17 Οκτωβρίου του 1905 υπεγράφη το “Μανιφέστο του Οκτωβρίου” με το οποίο ο Τσάρος υποσχόταν τη δημιουργία κρατικής Δούμας (κοινοβουλίου), την παραχώρηση ατομικών ελευθεριών και τη νομιμοποίηση των πολιτικών κομμάτων. Η Δούμα ξεκίνησε τη λειτουργία της το 1906, ενώ παράλληλα θεσμοθετήθηκε το δικαίωμα του συνέρχεσθαι και συνεταιρίζεσθαι, ανοίγοντας έτσι τον δρόμο για τη δημιουργία των πρώτων κομμάτων. Παρά όμως την επίφαση του εκδημοκρατισμού των θεσμών, ο Νικόλαος διατηρούσε το δικαίωμα να διαλύει τη Δούμα, διασφαλίζοντας έτσι τον έλεγχο των πολιτικών πράξεων, μία πρακτική που στη συνέχεια θα γινόταν αντιληπτή ως δείγμα τσαρικού δεσποτισμού. Τέλος, η τσαρική κυβέρνηση αποφάσισε τη διαγραφή των χρεών των αγροτών (1907), βελτιώνοντας έτσι τις συνθήκες ανέχειας που επικρατούσαν στις τάξεις των καλλιεργητών.
ΠΗΓΈΣ:
Ερνέστο Τσε Γκεβάρα: Guerrilla Warfare
Β.Ι. Λένιν: Κράτος και Επανάσταση, εκδόσεις “Σύγχρονη Εποχή”