Με αφορμή την επέτειο της 25ης Μαρτίου, από την οποία βέβαια απέχουμε χρονικά αλλά δεν παύει να αποτελεί μια συμβολική ημερομηνία ορόσημο για την Ελλάδα, είναι ευκαιρία να γίνει μια αναδρομή στο παρελθόν και να εξεταστούν τα γεγονότα που τελικά οδήγησαν στην δημιουργία του πρώτου ελληνικού κράτος, το οποίο αποτέλεσε και την βάση του σημερινού. Όλη αυτή η διαδικασία είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς η γνώση της ιστορίας διαδραματίζει ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στην πνευματική διάπλαση του ανθρώπου , αλλά και στη διαμόρφωση της ίδιας του της ταυτότητας με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Πέρα όμως από μια ψυχρή αναφορά στα γεγονότα της επανάστασης, θα ήταν ιδιαίτερα ενδιαφέρον αυτή να εξεταστεί υπό ένα διεθνές πρίσμα, καθώς είναι αυτονόητο το γεγονός ότι και επηρεάστηκε από την πολιτική αλλά και επηρέασε την πολιτική όλων των εξωτερικών δρώντων.
Ύστερα από τη λήξη των Ναπολεώντιων πολέμων και την αναταραχή που αυτοί προκάλεσαν στη γηραιά ήπειρο, οι ηγέτιδες δυνάμεις της εποχής είχαν αναπτύξει μηχανισμούς διατήρησης του status quo και της ειρήνης εν γένει.
Οι διεθνείς συνθήκες της εποχής
Σε πρώτο στάδιο είναι σημαντικό να κατανοήσουμε ότι η ελληνική επανάσταση έλαβε χώρα σε μία εποχή κατά την οποία οι διεθνής συγκυρία δεν ευνοούσε τα επαναστατικά κινήματα. Ύστερα από τη λήξη των Ναπολεώντιων πολέμων και την αναταραχή που αυτοί προκάλεσαν στη γηραιά ήπειρο, οι ηγέτιδες δυνάμεις της εποχής είχαν αναπτύξει μηχανισμούς διατήρησης του status quo και της ειρήνης εν γένει. Ακριβέστερα, με το συνέδριο της Βιέννης που τερμάτισε τον όλεθρο στην Ευρώπη, δημιουργήθηκε η Ιερά συμμαχία , η οποία αποτελούνταν από την Αυστρία, την Πρωσία και την Ρωσία, τις πιο απολυταρχικές δυνάμεις της εποχής. Βασική μέριμνα του συγκεκριμένου συνασπισμού ήταν η καταστολή των φιλελεύθερων κινημάτων, τα οποία δυνητικά θα μπορούσαν να απειλήσουν την εξουσία των ευρωπαίων ηγεμόνων. Επομένως, το κλίμα που είχε διαμορφωθεί στην ήπειρο φαίνεται να ήταν ιδιαίτερα εχθρικό απέναντι στις επαναστατικές οργανώσεις της εποχής, όπως η Φιλική Εταιρία, η οποία δρούσε με άκρα μυστικότητα λόγου του φόβου καταστολής που επικρατούσε. Ένα επιπλέον γεγονός που υπογραμμίζει τη μη συμβατότητα της επανάστασης με το αυταρχικό κλίμα της περιόδου είναι η άρνηση του Ι. Καποδίστρια να αναλάβει την ηγεσία της φιλικής εταιρίας. Η άρνηση αυτή όμως, αναγόταν στο γεγονός ότι ο Καποδίστριας θεωρούσε πως μπορούσε να στηρίξει δυναμικότερα το έργο των επαναστατών μέσω της θέσης του υπουργού εξωτερικών της Ρωσικής Αυτοκρατορίας. Ο Καποδίστριας επομένως αναγνώριζε τη δυσκολία του παραπάνω εγχειρήματος, αλλά σε καμία περίπτωση δεν απέρριπτε την ίδια τη φύση του επαναστατικού αγώνα των Ελλήνων. Θεωρείται μάλιστα από πολλούς, με βάση ορισμένα αρχεία της μυστικής αστυνομίας της Ρωσικής Αυτοκρατορίας και με βάση όσα είχε γράψει ο Καλευράς ( ο οποίος ήταν μέρος του Ιερού Λόχου) στο έργο του « Ο πολιτικός βίος του λοιδίμου Ιωάννη Καποδίστρια» , ότι Καποδίστριας διηύθυνε από την θέση του τις δραστηριότητες της Φιλικής Εταιρίας και ερχόταν σε επαφή με αυτή ανά πολύ τακτά χρονικά διαστήματα. Συνεπώς φαίνεται πως με το οξύτατο πολιτικό αισθητήριο που διέθετε μπορούσε να διακρίνει πως μέσα σε όλο αυτό το αρνητικό σκηνικό υπήρχε μια μεγάλη ευκαιρία που δεν έπρεπε να μείνει ανεκμετάλλευτη. Αποσκοπούσε όμως πέρα από την οργάνωση των δράσεων της φιλικής εταιρίας να διασφαλίσει και ότι οι Μεγάλες Δυνάμεις δεν θα την κατέπνιγαν εν τη γενέσει της, αφού ήταν αναπόφευκτο ένα τέτοιο γεγονός να τις απασχολήσει σε μεγάλο βαθμό.
Αρχική και μάλλον προφανής αντίδραση των σύνεδρων ήταν η καταδίκη της επανάστασης και όλων των πρωτεργατών της, καθώς θεωρούνταν πως προσπαθούν να διαταράξουν το status quo της Ευρώπης.
Όταν η επανάσταση ξέσπασε τον Φεβρουάριο του 1821 στην Μολδοβλαχία βρισκόταν σε εξέλιξη το συνέδριο του Λάιμπαχ ( σημερινή Λουμπλιάνα ) το οποίο είχε συγκληθεί προκειμένου να αντιμετωπιστεί από την Ιερά Συμμαχία το ζήτημα των Καρμπονάρικων επαναστάσεων στην Ιταλία. Αρχική και μάλλον προφανής αντίδραση των σύνεδρων ήταν η καταδίκη της επανάστασης και όλων των πρωτεργατών της, καθώς θεωρούνταν πως προσπαθούν να διαταράξουν το status quo της Ευρώπης. Παρόλα αυτά δεν πήραν καμία απόφαση για καταστολή της επανάστασης με την βία παρά την προσπάθεια του καγκελαρίου και υπουργού εξωτερικών της Αυστρίας Klemens von Metternich, ο οποίος έβλεπε πως η επανάσταση αυτή θα παρακινούσε πολλές εθνότητες της δικής του αυτοκρατορίας στον να ακολουθήσουν τον ίδιο δρόμο. Ο ρόλος του Καποδίστρια σε αυτή την εξέλιξη ήταν καθοριστικός, αφού συγκρουόμενος με τον Metternich, κατόρθωσε να υποβαθμίσει τον αντίκτυπο που θα μπορούσε αυτή να έχει στην ισορροπία δυνάμεων της Ευρώπης καθώς δεν απειλούσε την εξουσία κάποιου μονάρχη όπως αυτές στην Ιταλία και επίσης λάβανε χώρα πολύ μακριά από το κέντρο της Ευρώπης. Επίσης τόνισε σε όσους συμμετείχαν στο συνέδριο πως αποτελούσε αποκλειστικά μια εθνική επανάσταση η οποία δεν είχε σκοπό να προκαλέσει κοινωνική αναταραχή και αλλαγή του status quo. Την ίδια στιγμή η Ρωσία είχε έναν ακόμη λόγο μπλόκαρε κάθε προσπάθεια στήριξης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας καθώς δεν ήθελε ο τσάρος να στραφεί εναντίον των χριστιανών που είχε την υποχρέωση να προστατεύει αλλά και να ενισχύσει τον κύριο αντίπαλο του στην Μαύρη Θάλασσα και την Μέση Ανατολή. Ένας άλλος λόγος που απέτρεψε της Μεγάλες Δυνάμεις από το να δράσουν εναντίον των Ελλήνων ήταν η έντονη παρουσία και δραστηριότητα των φιλελληνικών και ρομαντικών κινημάτων της εποχής της εποχής που θα έστρεφαν την κοινή γνώμη εναντίον των ευρωπαίων ηγεμόνων σε περίπτωση που εναντιώνονταν στην επανάσταση με βίαιο τρόπο. Επομένως οι Μεγάλες Δυνάμεις περίμεναν την καταστολή της ελληνικής επανάστασης από τις δυνάμεις του σουλτάνου και κρατώντας μια σχετική απόσταση από αυτήν χωρίς βέβαια να την βλέπουν ευνοϊκά. Αυτό είναι και το γεγονός που οδήγησε σε παραίτηση τον Καποδίστρια από την θέση του καθώς ένιωθε πως υπήρχε σύγκρουση συμφερόντων της επαναστατούμενης Ελλάδας και της θέσης που κατείχε και θεωρούσε πως μπορούσε να προσφέρει με διαφορετικό τρόπο πολύ περισσότερα χρησιμοποιώντας την επιρροή που είχε.

Αλλαγή στάσης των Μεγάλων Δυνάμεων
Η στάση όμως αυτή δεν επρόκειτο να μείνει για μεγάλο διάστημα αμετάβλητη καθώς η διεθνείς σκηνή χαρακτηρίζεται από ριζικές και εκτεταμένες αλλαγές σε όλα τα επίπεδα και καμία κατάσταση δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένη και μόνιμη. Η αλλαγή με τον μεγαλύτερο αντίκτυπο στην συμπεριφορά των Μεγάλων Δυνάμεων απέναντι στην ελληνική επανάσταση ήταν οι τραγωδίες και οι σφαγές που υπέστησαν οι Έλληνες κατά την διάρκεια της επανάστασης, οι οποίες σε συνδυασμό με την δράση των φιλελληνικών κινημάτων έκαναν την κοινή γνώμη να βλέπει με πολύ θετική ματιά τους Έλληνες που αγωνίζονταν για την ανεξαρτησία τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η καταστροφή της Χίου από τους Οθωμανούς αλλά και η ιστορική έξοδος του Μεσολογγίου που συγκίνησαν εκατοντάδες ανθρώπους ανάμεσα στους οποίους βρίσκονταν και άνθρωποι με επιρροή στις Ευρωπαϊκές κυβερνήσεις όπως ο Lord Byron, ο François-Auguste de Chateaubriand και πάρα πολλοί άλλοι. Οι Ευρωπαίοι ηγεμόνες επομένως πιέστηκαν να υιοθετήσουν μια πιο φιλική στάση απέναντι στην εμπόλεμη τότε Ελλάδα. Την ίδια στιγμή και το γεωπολιτικό παιχνίδι έπαιξε και αυτό τον ρόλο του. Η Ρωσία υπό την ηγεσία του τσάρου Νικολάου Α΄, οποίος διαδέχτηκε τον αδερφό του Αλέξανδρο στον θρόνο της Ρωσίας, έβλεπε την δημιουργία ενός ελληνικού κράτους ως μια μεγάλη ευκαιρία να αποδυναμώσει την Οθωμανική Αυτοκρατορία που αποτελούσε και το κύριο εμπόδιό του για να έχει πρόσβαση στην Μεσόγειο αλλά και για να δημιουργήσει ένα κράτος δορυφόρο της Ρωσίας στην περιοχή. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την ενεργότερη ανάμειξη της Ρωσίας στο λεγόμενο Ανατολικό Ζήτημα πράγμα που δυσαρέστησε τις υπόλοιπες Μεγάλες Δυνάμεις που αναγκάστηκαν να μπουν και αυτές στην προσπάθεια διευθέτησης του ζητήματος προκειμένου να μην επωμιστεί η Ρωσία όλα τα οφέλη από την δημιουργία ενός ελληνικού κράτους στα νότια των Βαλκανίων. Αφού λοιπόν έβλεπαν τον πόλεμο να συνεχίζεται και την κατάσταση να βρίσκεται σε αδιέξοδο προσφέρθηκαν να μεσολαβήσουν και πρότειναν ως λύση αρχικά την σύσταση ενός αυτόνομου κρατιδίου. Η προσπάθεια αυτή έφτασε στο αποκορύφωμα της με την υπογραφή του πρωτοκόλλου του Λονδίνου τον Ιούνιο του 1827 το οποίο προέβλεπε μια αυτόνομη Ελλάδα η οποία θα πλήρωνε φόρο υποτέλειας στον σουλτάνο. Όμως αυτό δεν έγινε δεκτό από καμία από τις δυο πλευρές με αποτέλεσμα την συνέχιση των πολεμικών συγκρούσεων. Η άρνηση αυτή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, και ειδικότερα του Ιμπραήμ, ήταν που εν τέλει οδήγησε και τις Μεγάλες Δυνάμεις να αναλάβουν δράση και να επέμβουν στρατιωτικά με την ναυμαχία του Ναυαρίνου. Βέβαια ένας ακόμη λόγος που θέλησαν να καταστρέψουν τον στόλο του Ιμπραήμ, σύμφωνα με μια ερμηνεία του καθηγητή Μελέτη Μελετόπολου, ήταν ότι η Αίγυπτος ως επαρχεία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αποτελούσε αναδυόμενη δύναμη στην ανατολική μεσόγειο κάτι που βρισκόταν απέναντι στα συμφέροντα των Μεγάλων Δυνάμεων στην περιοχή και κυρίως της Μεγάλης Βρετανίας και της Ρωσίας. Όμως όποιος και αν θεωρηθεί ο κύριος σκοπός για την διεξαγωγή της συγκεκριμένης ναυμαχίας ουσιαστικά ήταν το αποτέλεσμα του συνδυασμού αυτών των δυο παραγόντων, που στο τέλος ωφέλησε σε μεγάλο βαθμό την Ελλάδα.
Τα επαναστατικά δάνεια
Ένα ακόμη στοιχείο που οδήγησε τις Μεγάλες Δυνάμεις να παρέμβουν στο Ανατολικό ζήτημα υπέρ της Ελλάδας ήταν τα δάνεια των επαναστατημένων Ελλήνων από τις αγγλικές τράπεζες. Πώς όμως αυτό από μόνο του ήταν κάτι αρκετό για να παρακινήσει τόσο μεγάλα κράτη να νοιαστούν για ένα μικρό στο νότιο άκρο της Ευρώπης; Η ρήση ότι το χρήμα κινεί την πολιτική βρίσκει απόλυτη εφαρμογή στην συγκεκριμένη περίπτωση αφού η κυβέρνηση της Αγγλίας υπέκυψε στις πιέσεις των τραπεζιτών οι οποίοι ζητούσαν με κάθε τρόπο την δημιουργία ελληνικού κράτους το οποίο θα ήταν υποχρεωμένο να ξεπληρώσει τα δάνεια γιατί αν αυτό δεν συνέβαινε θα βρίσκονταν αντιμέτωποι με ζημιά εκατοντάδων χιλιάδων λιρών. Καταλαβαίνει εύκολα κανείς το πόσο μεγάλη δύναμη είχαν οι συγκεκριμένες τράπεζες ακόμη και εκείνη την εποχή έτσι ώστε να μην μπορεί να απορρίψει τα αιτήματα τους μέχρι και η τόσο ισχυρή αγγλική κυβέρνηση και μάλιστα να φτάσει στο σημείο που να αναλάβει και στρατιωτική δράση για να διασφαλίσει τα συμφέροντά τους. Δικαιολογημένα υποστηρίζεται πως τα συγκεκριμένα δάνεια χρέωσαν την χώρα και για πολλά χρόνια την εμπόδιζαν να ορθοποδήσει οικονομικά σε σημείο ανέχειας και ότι κατασπαταλήθηκαν από αυτούς που ήταν υπεύθυνοι για την διαχείρισή τους αλλά και στον εμφύλιο που ξέσπασε κατά την διάρκεια της επανάστασης. Παρόλα αυτά όμως βοήθησαν σε μεγάλο βαθμό στην δημιουργία της κρατικής υπόστασης για το έθνος των Ελλήνων με την παρέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων και ιδιαίτερα για την ενεργότερη ανάμειξη της Αγγλίας που ήταν υποστηρικτής της διατήρησης της εδαφικής ακεραιότητας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μέχρι την ναυμαχία του Ναυαρίνου. Συνεπώς είναι άξια αναφοράς και η θετική της υπόθεσης των δανείων αφού δεν δίνεται ιδιαίτερη προσοχή στις επιπτώσεις που έχουν τέτοιες καταστάσεις στην διεθνή σκηνή επειδή επιδρούν κυρίως παρασκηνιακά αλλά ο αντίκτυπος τους δεν παύει να είναι μεγάλος.

Οι τελευταίες κινήσεις των Μεγάλων Δυνάμεων
Ως επακόλουθο της ναυμαχίας του Ναυαρίνου ήταν η οριστική εκδίωξη από την Πελοπόννησο των αιγυπτιακών δυνάμεων του Ιμπραήμ με την αποστολή ενός γαλλικού εκστρατευτικού σώματος εκεί. Ο σκοπός τους ήταν να εκκαθαρίσουν τα εναπομείναντα εχθρικά προς τους Έλληνες στρατεύματα και αν βοηθήσουν στην σύσταση του νέου κράτους. Όμως όπως καταλαβαίνει κανείς αυτό δεν επετράπη από της άλλες δυο δυνάμεις χωρίς και οι ίδιες να αποκομίσουν κάτι. Συνεπώς αυτό αποτελούσε ουσιαστικά ένα κομμάτι διαμοιρασμού αρμοδιοτήτων ανάμεσά τους. Οι Ρώσοι ανέλαβαν την διεξαγωγή του Ρωσοτουρκικού Πολέμου (1828–1829) για να πιέσουν την Οθωμανική Αυτοκρατορία να δεχθεί τις αποφάσεις των Μεγάλων Δυνάμεων και οι Βρετανοί των θαλάσσιο έλεγχο της περιοχής. Την ιδία στιγμή η ανεξαρτησία της Ελλάδας έδειχνε να είναι ήδη κατοχυρωμένη με την διεθνή αναγνώριση του Καποδίστριας ως νόμιμου κυβερνήτη της Ελλάδος, ο οποίος ανέλαβε την εξουσία τον Ιανουάριο του 1828 μετά την έκκληση που του έγινε από την Γ ΄εθνοσυνέλευση της Τροιζίνας. Απόρροια όλων αυτών των εξελίξεων ήταν η υπογραφή του Πρωτοκόλλου του Λονδίνου το 1830 που προέβλεπε την αυτονομία της Ελλάδας με περιορισμένα σύνορα.
Για κάποιο διάστημα υπήρξε μια σχετική στασιμότητα στην παρέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων στην Ελλάδα η οποία όμως διακόπηκε από την δολοφονία του Καποδίστρια. Η εξέλιξη αυτή πυροδότησε μια σειρά γεγονότων κυρίως στο εσωτερικό της Ελλάδας , τα οποία δημιούργησαν μια κατάσταση αναρχίας και κενού εξουσίας. Επομένως οι Μεγάλες Δυνάμεις οδηγήθηκαν στην απόφαση ότι χρειάζονταν, προκειμένου να διασφαλιστεί η σταθερότητα στην περιοχή, να επιλεγεί για ανώτερος άρχοντας στην Ελλάδα ένας ξένος μονάρχης. Έτσι λοιπόν το 1832 υπογράφτηκε η συνθήκη του Λονδίνου που αναγνώριζε την πλήρη ανεξαρτησία ενός ελληνικού βασιλείου υπό την ηγεσία του Όθωνα. Επομένως είναι εξόφθαλμο ότι μέχρι και την τελευταία στιγμή αλλά και στις πιο σημαντικές αποφάσεις οι Μεγάλες Δυνάμεις έπαιζαν καθοριστικό ρόλο και η μοίρα της Ελλάδας και του ανατολικού ζητήματος γενικότερα ήταν αλληλένδετη με τα συμφέροντα τους.
Ο αντίκτυπος της επανάστασης
Σε μία αντίστροφη εξέταση του ζητήματος η Ελληνική Επανάσταση πέρα από το ότι επηρεάστηκε σε μεγάλο βαθμό από τις διεθνείς εξελίξεις είχε και αυτή τον αντίκτυπό της στην διεθνή σκηνή. Το κυριότερο που εξετάστηκε και παρά πάνω ήταν η παρέμβαση στα συμφέροντα τον Μεγάλων Δυνάμεων και ο επαναπροσδιορισμός τους σε ορισμένες περιπτώσεις ανάλογα και με την δική της πορεία. Όμως σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε και στον ιδεολογικό τομέα. Χωρίς αμφιβολία ήταν η πρώτη επιτυχημένη εθνικοαπελευθερωτική επανάσταση στην Ευρώπη και ουσιαστικά άνοιξε τον δρόμο για τις διεθνείς νόρμες που υποστηρίζουν την αυτοδιάθεση των λαών σε πρώτο στάδιο στην Γηραιά Ήπειρο και μετέπειτα στον υπόλοιπο κόσμο. Ουσιαστικά κατάφερε να «ρίξει» την Ιερή Συμμαχία και να θέσει της βάσεις για μια νέα οργανωτική μορφή του συστήματος στην Ευρώπη. Ήταν η αρχή του τέλους για της πολυεθνικές αυτοκρατορίες και την αντικατάστασή τους από εθνικά κράτη στην Ευρώπη καθώς η Ελληνική Επανάσταση παρακίνησε την πλειονότητα των εθνοτικών ομάδων που βρίσκονταν υπό αυτοκρατορικό ζυγό να ξεσηκωθούν και να διεκδικήσουν την ανεξαρτησία τους ,πείθοντάς τους ότι κάτι τέτοιο είναι παραπάνω από εφικτό.
Χωρίς αμφιβολία ήταν η πρώτη επιτυχημένη εθνικοαπελευθερωτική επανάσταση στην Ευρώπη και ουσιαστικά άνοιξε τον δρόμο για τις διεθνείς νόρμες που υποστηρίζουν την αυτοδιάθεση των λαών σε πρώτο στάδιο στην Γηραιά Ήπειρο και μετέπειτα στον υπόλοιπο κόσμο.
Κλείνοντας, όπως γίνεται αντιληπτό στο διεθνές σύστημα, κυρίως όσο αυτό παγκοσμιοποιήται περισσότερο, οτιδήποτε και να συμβαίνει προκαλεί αλυσιδωτές αντιδράσεις που επηρεάζουν όλα τα υποκείμενα του συστήματος, εκεί στηρίζεται και το δόγμα περί κοινής μοίρας και η ανάγκη συλλογικής δράσης σε ορισμένα θέματα . Γι΄αυτόν ακριβώς τον λόγο είναι απαραίτητο εξελίξεις σαν την Ελληνική Επανάσταση να εξετάζονται και από το διεθνές πρίσμα αφού πολλές φορές αυτό μπορεί να δώσει μια πιο ορθή εικόνα της κατάστασης και να δικαιολογήσει αρκετά απ’οσα συμβαίνον και να κάνει πιο εύκολη την κατανόηση της κατάστασης και του γενικότερου πλαισίου.
