You are currently viewing Ο εθνικισμός ως καθοριστική όψη της Νεωτερικότητας

Ο εθνικισμός ως καθοριστική όψη της Νεωτερικότητας

   Ο εθνικισμός (nationalism) αποτελεί μία από τις κύριες πολιτικές ιδεολογίες που εκφράστηκαν κατά την ιστορική περίοδο της νεωτερικότητας (modernity) συνδέοντας τα έθνη-κράτη με τις διεθνείς σχέσεις και την πολιτική οργάνωση της κοινωνίας. Στη Γαλλική Επανάσταση του 1789, πρωτοεμφανίστηκε η έννοια του έθνους-κράτους, ενώ η βιομηχανική επανάσταση και οι κοινωνικές αλλαγές του 19ου αιώνα ενίσχυσαν τη σημασία της εθνικής αυτοδιάθεσης και ανεξαρτησίας που συνεχίστηκε και κατά τον 20ο αιώνα.

Τι σημαίνει πραγματικά ο εθνικισμός και τι έιναι η νεωτερικότητα;

  Ο εθνικισμός, ορίζεται ως η τάση των εθνών (ομάδα ανθρώπων που ταυτίζονται ο ένας με τον άλλο βάσει του ιστορικού παρελθόντος, της κοινής, κουλτούρας, γλώσσας ή των μύθων) να δημιουργήσουν κράτη με σκοπό να αναπτυχθούν περαιτέρω και να προστατευτούν από τις προκλήσεις των διεθνών σχέσεων. Η νεωτερικότητα, από την άλλη , ως ιστορική περίοδος τοποθετούμενη από τον 17ο αιώνα και εξής όπως την ορίζει ο Giddens συνδέεται με την ασυνέχεια με το παρελθόν, με την εμφάνιση  μοντέρνων θεσμών , τις  ραγδαίες εξελίξεις σε όλους τους τομείς (τεχνολογικούς, επιστημονικούς, κοινωνικούς, ιδεολογικούς) αλλά και το βάθος των αλλαγών που προέκυψαν.

   Ο εθνικισμός συνδέεται άρρηκτα με τη νεωτερικότητα και την ανάπτυξη της σύγχρονης πολιτικής οργάνωσης. Κατά την αρχή της νεωτερικότητας, το έθνος έγινε το κεντρικό πολιτικό υποκείμενο, αντικαθιστώντας άλλες μορφές πολιτικής και κοινωνικής οργάνωσης, που συμπίπτουν με το τέλος των απολυταρχικών καθεστώτων. Οι αλλαγές στην οικονομία, στην κοινωνία και στην τεχνολογία δημιούργησαν νέες μορφές κοινωνικών σχέσεων και πολιτικής συνείδησης, με τον εθνικισμό να αναπτύσσεται ως μηχανισμός ενοποίησης και συγκρότησης του κράτους γύρω από το εθνικό στοιχείο. Αναπτύχθηκε παράλληλα με τη γέννηση του σύγχρονου κράτους, τη διάδοση της εκκοσμίκευσης, και την άνοδο νέων μορφών πολιτικής οργάνωσης και συμμετοχής, όπως τα εθνικά κοινοβούλια και τα πολιτικά κόμματα.

   Η πολιτική ιδεολογία του εθνικισμού, ως έκφραση της νεωτερικότητας, συνέδεσε τη δημιουργία του έθνους-κράτους με τις ανάγκες της νέας εποχής, αναδεικνύοντας την αντίθεση μεταξύ παραδοσιακών κοινοτήτων και μοντέρνων, εθνικών δομών (κράτος).

Σχέση εθνικισμού με το έθνος-κράτος

   Η διάδοση του εθνικισμού κατά την νεωτερικότητα συνδέεται με την εμφάνιση του εθνικού κράτους, τη διαδικασία ενοποίησης των κρατών, τη δημιουργία κοινών εθνικών ταυτοτήτων και την αναγνώριση των εθνικών δικαιωμάτων. Η αφετηρία αυτής της σύνδεσης τοποθετείται συμβατικά μετά την Γαλλική επανάσταση, αλλά παρατηρείται πρακτικά κυρίως τον 19ο αιώνα. Ο εθνικισμός προώθησε την ιδέα της εθνικής αυτοδιάθεσης και ανεξαρτησίας, με τα έθνη-κράτη να αναλαμβάνουν πρωταρχικό ρόλο στην πολιτική ζωή, ως απάντηση στην αυτοκρατορική δομή εξουσίας, κυρίως μετά την λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου με πρωτεργάτες της εθνικής αυτοδιάθεσης τις ΗΠΑ και την ΕΣΣΔ. Το κράτος εξελίχθηκε σε φορέα της εθνικής κυριαρχίας και του ενιαίου πολιτιστικού χαρακτήρα. Η εδραίωση του εθνικού κράτους αποτέλεσε θεμέλιο λίθο της νεωτερικότητας, ενώ ο εθνικισμός συνέβαλε στην αίσθηση της εθνικής υπερηφάνειας, εθνικής ταυτότητας και της συλλογικής συνείδησης.

   Παράδειγμα της σχέσης του εθνικισμού με το κράτος αποτελεί η ενοποίηση της Γερμανίας το 1871, ως Kulturnation υπό τον ‘Όττο φον Μπίσμαρκ,  μέσα από στρατηγικούς πολέμους. Η νίκη της Πρωσίας έναντι της Αυστρίας και της Γαλλίας οδήγησε στην αναγνώριση του γερμανικού λαού ως ενιαία εθνική οντότητα και ενίσχυσε το κράτος ως μέσο εκπλήρωσης των εθνικών φιλοδοξιών. Στον 20ό αιώνα, ο εθνικισμός παρέμεινε κεντρικός παράγοντας στις πολιτικές εξελίξεις. Η διάλυση των αυτοκρατοριών μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο (1918), ιδίως της Αυστροουγγρικής και Οθωμανικής, ως αποτέλεσμα του εθνικισμού, ενίσχυσε το πρότυπο του εθνικού κράτους,  ενώ και οι αντί-αποικιακοί αγώνες στη Μέση Ανατολή, την Αφρική και την Ασία μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο συνδέθηκαν με την εθνικιστική απαίτηση για αυτοδιάθεση.

Σύνδεση με κοινωνικές σχέσεις

   Επιπλέον, ο εθνικισμός δεν επηρέασε μόνο τη δομή του κράτους αλλά και τις κοινωνικές σχέσεις. Παράλληλα με τις βιομηχανικές και αστικές μεταβολές της νεωτερικότητας, οι κοινωνικές ομάδες αναζήτησαν πολιτική ενσωμάτωση και συμμετοχή. Μάλιστα, ο θεωρητικός Benedict Anderson στο έργο του “Imagined Communities” τονίζει ότι το έθνος είναι μια κοινωνικά κατασκευασμένη κοινότητα.  Η προώθηση της εθνικής ταυτότητας, στο πλαίσιο του εθνικού κράτους λειτούργησε, δηλαδή, ως παράγοντας συνένωσης των διάφορων ομάδων ενός κράτους. Οι αστικές τάξεις υποστήριξαν τον εθνικισμό ως μέσο εκδημοκρατισμού και οικονομικής ανάπτυξης, ενώ η εργατική τάξη παρόλο που υιοθέτησε πολλές φορές έναν διεθνιστικό λόγο, σε περιόδους κρίσεων (π.χ., κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο) προσδέθηκε στον εθνικισμό. Ωστόσο, ο εθνικισμός μπορεί να επισημάνει τη περιθωριοποίηση των μειονοτήτων όπως έγινε κατά τη διάρκεια των εθνοκαθαρτικών πολιτικών.

   Για παράδειγμα, ο εθνικισμός στην Ουγγαρία, με την Ουγγρική Επανάσταση του 1848 και την αναγνώριση της εθνικής ανεξαρτησίας,  απέδειξε πως οι διάφορες κοινωνικές ομάδες – από τους εργαζομένους μέχρι τη μεσαία τάξη – ενσωματώθηκαν στην εθνική ταυτότητα. Από την άλλη όμως ο εθνικισμός αποτέλεσε και την θρυαλλίδα των διώξεων των Εβραίων και του Ολοκαυτώματος τους από την Ναζιστική Γερμανία του Χίτλερ κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Εθνικισμός και διεθνείς σχέσεις

   Τέλος, όσον αφορά στις σχέσεις του εθνικισμού με τις διεθνείς σχέσεις, είναι εύλογος ο ισχυρισμός ότι υπήρξε κινητήρια δύναμη τόσο για τον πόλεμο όσο και για τη διπλωματία. Στις διεθνείς σχέσεις, ο εθνικισμός έχει παίξει καίριο ρόλο στον καθορισμό των ισχυρών και αδύναμων κρατών, καθώς και στον τρόπο που οι χώρες αλληλοεπιδρούν μεταξύ τους. Ο εθνικιστικός ανταγωνισμός έχει οδηγήσει σε πολέμους και κρίσεις, όπως τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, ο οποίος ήταν εν μέρει αποτέλεσμα εθνικιστικών εντάσεων και επιθυμίας για εθνική αυτοδιάθεση, με τη διάλυση των αυτοκρατοριών και τη δημιουργία νέων εθνικών κρατών. Έτσι, ο εθνικισμός μπορεί να λειτουργήσει και ως αιτία για την εθνική σύγκρουση και την ένταση στις διεθνείς σχέσεις, καθώς ανταγωνιζόμενα έθνη επιδιώκουν την κυριαρχία ή τη διατήρηση των εθνικών τους συμφερόντων.

   Ένα παράδειγμα των επιπτώσεων του εθνικισμού στις διεθνείς σχέσεις αποτελεί ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, ο οποίος ήταν αποτέλεσμα κυρίως εθνικιστικών συγκρούσεων και φιλοδοξιών. Η διαμάχη για εθνική υπεροχή και εδαφική επέκταση πυροδότησε αλυσιδωτές συγκρούσεις που οδήγησαν στην κλιμάκωση του πολέμου στο μεγαλύτερο τμήμα της υφηλίου. Ακόμα, η Συνθήκη των Βερσαλλιών το 1919, με την οποία τερματίστηκε ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, προέβλεπε την αρχή της αυτοδιάθεσης των λαών, όπως διακηρύχθηκε από τον Woodrow Wilson, και  επαναχάραξε τα σύνορα στην Ευρώπη με την δημιουργία νεών κρατών.

Συμπέρασμα

Ανακεφαλαιώνοντας, ο εθνικισμός υπήρξε θεμελιώδης παράγοντας στη διαμόρφωση του σύγχρονου κόσμου. Ως όψη της νεωτερικότητας, καθόρισε τη σχέση μεταξύ κράτους και κοινωνίας, αναδιάρθρωσε τις διεθνείς σχέσεις και επηρέασε την κοινωνική δυναμική. Από απελευθερωτικό εργαλείο, εξελίχθηκε πολλές φορές σε καταπιεστικό μηχανισμό, αλλά παραμένει μία από τις βασικές αρχές της πολιτικής και κοινωνικής οργάνωσης.

ΠΗΓΕΣ

  • Σημειώσεις και διαφάνειες από τις διαλέξεις του κ. Καθηγητή Κωνσταντίνου Λάβδα στο μάθημα «Πολιτική Ανάλυση»
  • Smith, A.D. (2013). Nationalism and Modernism. Routledge
  • Kissinger, H. (2010). Diplomacy. Vancouver: Crane Library at The University Of British Columbia.
  • Anderson, Benedict. Imagined Communities: Reflections on the Origin and Spread of Nationalism. London, Verso, 2016.
  • Συγκριτική Πολιτική και Διακυβέρνηση (3η Έκδοση), Hague Rod- Harrop Martin ( και για ορισμό έθνους)

Αφήστε μια απάντηση