Τα τελευταία χρόνια ο όρος «στρατηγική αυτονομία» έχει γίνει το πιο δημοφιλές σύνθημα των Βρυξελλών- μια μεγάλη ιδέα, σχεδόν ουτοπική μέσα στην αοριστία της. Ουσιαστικά, σημαίνει την ικανότητα της Ε.Ε να δρα αυτόνομα στην άμυνα, στην ενέργεια, στην τεχνολογία και στη διπλωματία, χωρίς να εξαρτάται από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Το ερώτημα, όμως, παραμένει: είναι κάτι τέτοιο πολιτικά και επιχειρηματικά εφικτό ή απλώς ένα ευρωπαϊκό φιλοδοξία; Η απάντηση βρίσκεται στα γεγονότα των τελευταίων ετών- ο πόλεμος στην Ουκρανία, η επιστροφή μεγάλων γεωπολιτικών ανταγωνισμών και οι συνεχείς αμερικανικές πολιτικές μεταβολές.
Ο πόλεμος στην Ουκρανία: Ο σκληρός καθρέφτης της ευρωπαϊκής ανεπάρκειας
Η ρωσική εισβολή το 2022 άφησε την Ε.Ε ευάλωτη μπροστά σε μια πραγματικότητα που προσπαθούσε να αποφύγει επί δεκαετίες: χωρίς τις Η.Π.Α, η Ευρώπη δεν μπορεί να διεξάγει ούτε να υποστηρίξει έναν σύγχρονο πόλεμο μεγάλης κλίμακας. Για αρκετά χρόνια, η Ε.Ε επένδυε σε μια κοσμοθεωρία όπου οι πόλεμοι μεγάλης κλίμακας είχαν υποτίθεται εξαφανιστεί από το ευρωπαϊκό έδαφος. Η λογική ήταν ότι «η οικονομική αλληλεξάρτηση γεννά σταθερότητα»- μέχρι που μια αναθεωρητική δύναμη, η Ρωσία, αποφάσισε να αγνοήσει οποιοδήποτε πλαίσιο διεθνούς νομιμότητας και να επιστρέψει σε πρακτικές καθαρής επιθετικότητας.
Η πραγματικότητα ήταν ωμή: οι Ηνωμένες Πολιτείες κάλυψαν το μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της Ουκρανίας σε οπλικά συστήματα, πληροφορίες, εκπαίδευση και οικονομική στήριξη. Οι Ευρωπαίοι, παρότι έκαναν ιστορικά βήματα, απέδειξαν ότι δεν διαθέτουν τη βιομηχανική βάση ούτε τη στρατηγική ετοιμότητα για μια σύγκρουση υψηλής έντασης. Οι συνεχείς καθυστερήσεις στην παράδοση πυρομαχικών και οπλικών συστημάτων αποκάλυψαν ένα βαθύ πρόβλημα: η Ε.Ε λειτουργεί σαν ειρηνική δύναμη σε έναν κόσμο που έχει ξαναγίνει επικίνδυνος.
Αν κάτι ξεκαθάρισε η υπόθεση της Ουκρανίας, είναι ότι η στρατηγική αυτονομία δεν είναι απλώς ένα πολιτικό σύνθημα- είναι ζήτημα επιβίωσης. Και αυτή τη στιγμή, η Ευρώπη δεν έχει τις επιχειρησιακές ικανότητες να την εξασφαλίσει.
Οι αμερικανικές εκλογές ως παράγοντας αστάθειας:
Η σχέση Ε.Ε μεταξύ Η.Π.Α είναι ο πυλώνας της Δυτικής αρχιτεκτονικής ασφάλειας. Όμως η σταθερότητα αυτής της σχέσης δεν εξαρτάται μόνο από θεσμικούς δεσμούς, αλλά και από τις πολιτικές μεταβολές μέσα στις ίδιες τις Η.Π.Α. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις έχουν αναπτύξει μια σχεδόν υπαρξιακή εξάρτηση από τα αποτελέσματα των αμερικανικών εκλογών- μια ασυνήθιστη και κάπως άλογη κατάσταση για την Ε.Ε, που θέλει να θεωρείται παγκόσμια δύναμη.
Όταν κυβερνούν οι Δημοκρατικοί, η συνεργασία είναι στενότερη, αλλά η προτεραιότητα της Ουάσινγκτον παραμένει η Κίνα. Με τους Ρεπουμπλικανούς, η κατάσταση μοιάζει ακόμη πιο ασταθής: ένα σημαντικό κομμάτι της παράταξης θεωρεί την Ευρώπη «εξαρτημένη» και «ανεύθυνη» στις αμυντικές δαπάνες, ενώ περιστασιακά απειλεί με μείωση της αμερικανικής δέσμευσης στο ΝΑΤΟ. Αυτό δημιουργεί για την Ε.Ε μια περίεργη αίσθηση ανασφάλειας, σαν να ζει υπό τη μόνιμη απειλή ότι ένας εκλογικός κύκλος στην απέναντι πλευρά του Ατλαντικού μπορεί να καθορίσει την ίδια της την ασφάλεια. Όσο συνεχίζεται αυτή η εξάρτηση, η στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης παραμένει περισσότερο ένας ευσεβής στόχος παρά πραγματικός σκοπός.
Μπορεί η Ευρώπη να σταθεί πραγματικά μόνη της:
Το κεντρικό ερώτημα παραμένει: έχει η Ευρωπαϊκή Ένωση τη δυνατότητα να αναπτύξει πλήρη αυτονομία; Στη θεωρία ναι, καθώς έχει οικονομική ισχύ, πληθυσμό, βιομηχανία, και ανθρώπινο δυναμικό. Στην πράξη, όμως, τρία θεμελιώδη εμπόδια την κρατούν στάσιμη. Αρχικά, η πολιτική της βούληση. Η Ε.Ε αποτελείται από 27 κράτη, το καθένα με δικά του συμφέροντα, ανησυχίες, ιστορικές εμπειρίες και αντιλήψεις για την ασφάλεια. Η διαφύλαξη της εθνικής κυριαρχίας παραμένει ισχυρότερη από την ανάγκη για κοινή στρατηγική. Έτσι, η λήψη αποφάσεων σε θέματα άμυνας είναι αρκετά αχανής, μοιάζοντας περισσότερο με εμπορική αγορά παρά με συλλογική στρατηγική. Η Ε.Ε ξοδεύει πολλά χρήματα στην άμυνα, αλλά τα περισσότερα κατακερματισμένα, αναποτελεσματικά και χωρίς κάποια ιδιαίτερη συνοχή. Σε δεύτερο σκέλος είναι η αμυντική βιομηχανία. Αν και η Ευρώπη έχει κορυφαίους κατασκευαστές οπλικών συστημάτων, δεν έχει την ικανότητα μαζικής παραγωγής που απαιτεί ένας σύγχρονος πόλεμος. Οι προμήθειες είναι αργές, η χρηματοδότηση περίπλοκη και η παραγωγική βάση περιορισμένη. Το αποτέλεσμα είναι μια ήπειρος που μπορεί να σχεδιάσει εντυπωσιακά συστήματα, αλλά δεν μπορεί να τα παράγει σε γρήγορους ρυθμούς. Τέλος, η στρατηγική κουλτούρα αναδεικνύεται ως ένα σημαντικό θέμα. Ούτε οι απειλές ούτε οι προτεραιότητες είναι ίδιες σε όλα τα κράτη μέλη. Για παράδειγμα στη Γαλλία, η στρατηγική αυτονομία είναι κορμός της εθνικής ταυτότητας. Για την Πολωνία, η αμερικανική παρουσία είναι ζήτημα ζωής και θανάτου. Για τη Γερμανία, η άμυνα ήταν επί δεκαετίες πολιτικό ταμπού. Για τη Νότια Ευρώπη σε ένα γενικότερο σκέλος, τα κύρια ζητήματα είναι το μεταναστευτικό και η σταθερότητα της Μεσογείου. Αυτή η πολυφωνία καθιστά σχεδόν αδύνατη την πλήρη σύγκλιση.
Ευρωπαϊκή Στρατηγική Αυτονομία: φαντασίωση ή μελλοντική δυνατότητα:
Στην πραγματικότητα η αλήθεια βρίσκεται κάπου στη μέση. Η στρατηγική αυτονομία είναι σήμερα περισσότερο μια φιλοδοξία παρά μια πραγματικότητα. Αλλά αυτό δεν την καθιστά πλήρως ανέφικτη. Ως φαντασίωση, αντανακλά την ευρωπαϊκή τάση να παράγει μεγάλες ιδέες χωρίς το ανάλογο πρακτικό υπόβαθρο. Η έλλειψη κοινής στρατηγικής κουλτούρας, η εξάρτηση από το ΝΑΤΟ και οι αργές διαδικασίες λήψης αποφάσεων αποδυναμώνουν κάθε φιλοδοξία για πλήρης ανεξαρτησία. Ως δυνατότητα, όμως, αντανακλά μια βαθιά μεταβαλλόμενη εποχή. Η Ε.Ε έχει αρχίσει να αναπτύσσει σταδιακά νέα εργαλεία:
• κοινές αμυντικές επενδύσεις,
• χρηματοδοτικές πρωτοβουλίες για αμυντικές βιομηχανίες,
• προγράμματα για στρατιωτική κινητικότητα και κοινά πρότυπα,
• στροφή προς την ενεργειακή διαφοροποίηση.
Η στρατηγική αυτονομία δεν θα συμβεί σε πέντε χρόνια. Δεν θα συμβεί ούτε εύκολα ούτε χωρίς συγκρούσεις συμφερόντων. Αλλά μπορεί να γίνει πραγματικότητα εάν η Ευρωπαϊκή Ένωση αποδεχτεί ότι για να αποκτήσει στρατηγική ωριμότητα πρέπει να συγκρουστεί με την ίδια την εσωτερική της διστακτικότητα και δομή αποφάσεων.
Ένα σύντομο συμπέρασμα:
Η στρατηγική αυτονομία της Ε.Ε δεν είναι αδύνατη, απλώς είναι ένας πολιτικά και κοινωνικά δύσβατος δρόμος. Το πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη πόρων, αλλά η έλλειψη κοινής αποφασιστικότητας. Ο πόλεμος στην Ουκρανία και η αβεβαιότητα των αμερικανικών εκλογών αποκάλυψαν πόσο εύθραυστη είναι η ασφάλεια της Ευρώπης όταν κλονίζεται η αμερικανική «ασπίδα». Η ουσία είναι μία: αν η Ευρώπη θέλει να σταθεί στα πόδια της χωρίς το «αόρατο» στήριγμα των Η.Π.Α, πρέπει πρώτα να αποφασίσει ότι θέλει να αποκτήσει τη συλλογική βούληση ώστε να κατορθώσει να πληρώσει το πολιτικό, οικονομικό και στρατηγικό κόστος που απαιτείται για να ανεξαρτητοποιηθεί πραγματικά.
Πηγές:
https://www.cer.eu/publications/archive/policy-brief/2025/russia-war-ukraine-future-europe-security
